Τρίτη 31 Μαρτίου 2009

πράσινο

Η μάνα της Αυγής, η Φέτη, έλεγε και ξανάλεγε ότι έφταιγε η ίδια που η κόρη της είχε βγει μουγγή. Μετά από έξι αγόρια και με το φόβο ότι δεν θα είχε κάποιον να τη γηροκομήσει, παρακαλούσε το Θεό για ένα κορίτσι φρόνιμο και συμπονετικό, να σταθεί πλάι της μέχρι τις τελευταίες της ώρες, μα είχε ξεχάσει να ζητήσει να μην της βγει το παιδί σακάτικο.

Της έδωσε ο Θεός το κορίτσι της, μα του πήρε τη φωνή, λες και για να τιμωρήσει τη Φέτη, που ήθελε να ανακατευτεί στις υποθέσεις Του. Ήχος θηλυκός φρέσκος δεν ακούστηκε στο σπίτι της. Έλιωνε η μάνα ολημερίς και ολονυχτίς μπροστά σε εικονίσματα θαυματουργά, παρακαλούσε, προσευχόταν, υποσχόταν, ονειρευόταν.

Από εκκλησία σε εκκλησία τραβούσε, από χωριό σε χωρίο, από γκρεμίλα σε γκρεμίλα, από νησί σε νησί, για να κάνει ειρήνη με το Θεό, για να βρει την υγεία της η Αυγή της. Εδώ και εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, χανότανε για μήνες ψάχνοντας να βρει συμβουλή σε καλογέρους και παπάδες και άφηνε την Αυγή στα χέρια των έξι αγοριών της.

Ο πατέρας είχε πεθάνει λίγο μετά που η μάνα έμεινε έγκυος στην κόρη. Ήσυχος θάνατος. Πάνω στην ελιά να κλαδεύεις και η καρδιά σου να αποφασίζει ότι κουράστηκε, φτάνει πια.

-Ήσυχος θάνατος.

Έτσι έλεγε η Φέτη κι έμοιαζε μια ζήλια να την κυκλώνει, να διπλώνεται στα πόδια της, να ανεβαίνει βαθιά μέσα της από τους αστραγάλους ως τα μελίγγια.

Όσο την έπνιγε τόσο προσπαθούσε μάταια, με κρέμμες και βοτάνια τρυμμένα και γιατρικά διάφορα που βρωμούσαν ξινά, και που αγόραζε από δω κι από κει, από γύφτισσες, μάγισσες και γιατρούς, να μαλακώσει τα γόνατά της, σκληρά από τις δεήσεις.

Τα μάτια της έτσουζαν, ήθελε να τα τρίβει με κρεμμύδι, να γεμίσουν δάκρυα, να λυτρωθούν, μα οι σταγόνες που κυλούσαν βασανιστικά ήταν άχρηστες πια. Ο σβέρκος της δεν μπορούσε να ισιώσει κι όλο γέμιζε το κορμί της ανατριχίλες, από τις σουβλίες που δεχόταν από τα άρρωστα νεύρα.

Τα έξι αγόρια της γρήγορα ξεχνούσαν την μικρή τους αδελφή, σαν τους φιλούσε η μάνα τους και τους άφηνε δίνοντας την ευχή της. Έφευγε εκείνη για τα προσκυνήματά της και τα παιδιά της γύριζαν στα χωράφια τους. Τί να κάνουν με τη μουγγή;

Εκείνη ήταν αδύνατη σαν λεπτοδείκτης, με μάτια μαύρα, γατίσια, πονηρά. Φοβόσουν να την αγγίξεις μην και πάψει να ανασαίνει ή σου ορμήξει (κανείς δεν ήξερε με σιγουριά τί θα έκανε). Την άφηναν στο σπίτι να μαγειρέψει κανά φαγητό, να λαδωθεί το έντερό τους και περνούσαν ολάκερη τη μέρα στις δουλειές τους.

Μόνη η Αυγή, κλεισμένη σε δυο κάμαρες, γέμιζε τις ώρες της με τις κότες, τα αηδόνια, τα γαϊδούρια, τις γειτόνισσες, τα τρακτέρ, τη βροχή, τα νιαουρίσματα, τα γαυγίσματα, τον αέρα στο τζάμι της πόρτας, τα παιδιά, που παίζαν φωνάζοντας σαν να τα γαργαλούσαν τα νιάτα τους.

Έβαζε βιαστικά να γίνεται κάτι πρόχειρο στο τσουκάλι και μετά καθόταν στο σκαμνί πλάι στο μεγάλο, τετράγωνο παράθυρο με τα κατάλευκα, δαντελωτά κουρτινάκια, να βλέπει και να ακούει όσα γίνονταν στο δρόμο και τις αυλές.

Τίποτα δεν ξέφευγε από το εκπαιδευμένο μάτι της. Ούτε η κυρά-Φρόσω που έκλεινε την πόρτα της γρήγορα πίσω από τον κυρ-Αποστόλη, ούτε η Μαρία η Κώσταινα που μύριζε ολοένα τις μασχάλες της, ούτε ο Μπάμπης ο καφετζής που ξυνόταν εκεί κάτω.

Είχε το χάρισμα της κοτσομπόλας, μα η φωνή που της έλειπε την εμπόδιζε να το εκδηλώσει. Περιοριζόταν λοιπόν η Αυγή στο να καταγράφει όλες τις κινήσεις και να πετάει πετραδάκια από τις τσέπες της ποδιάς της, σε όσους περαστικούς ήθελε να σηκώσουν το βλέμμα τους να τη δουν.

Ένα πρωινό, αφού μαγείρεψε χυλοπίττες κοκκινιστές , με ντομάτα περσινή, φυλαγμένη σε μπουκάλια μπύρας σφιχτοσφραγισμένα με κερί από την εκκλησιά, πήρε το πλεχτό της και κάθισε ξανά στο σκαμνί της. Έφτιαχνε μια καινούρια δαντέλα λευκή από κλωστή λεπτή, που βασάνιζε τα χέρια της με χαρακιές βαθιές, και έψαχνε κάποιο ύφασμα να την ταιριάξει, να την κάνει τελείωμα για κάποιο φόρεμα.

Ένα έμπορας, ξένος στα μέρη τους, σαν να απαντούσε στις σκέψεις της, φάνηκε τότε να περνά κάτω από το παραθύρι της, διαλαλώντας με καθαρή φωνή την πραμάτεια του. Πουλούσε από υφάσματα, χτενάκια, κολώνιες και δαντέλες έως παπούτσια και κάλτσες και καλτσόν και βαφτικά διάφορα.

Έκανε ζέστη απαλή και γλυκιά, ο ήλιος αντανακλούσε το φως του στο τζάμι του κόκκινου αυτοκινήτου του. Η άνοιξη έμπαινε φρέσκια κυρά με τα μυρωδικά της, μετά από έναν χειμώνα μουντό, γεμάτο βροχές και λασπόνερα στους δρόμους και τις αυλές.

Η Αυγή παράτησε το πλεκτό της και διάλεξε από την τσέπη της ποδιάς της ένα χαλικάκι, που με δύναμη το πέταξε έμπορα για να τον σταματήσει. Δεν τον πέτυχε με την πρώτη, ούτε με τη δεύτερη. Της έφευγε κι αυτή ήθελε να αγοράσει λίγο πράσινο βαμβακερό να ράψει το φόρεμα της για το Πάσχα, να το ταιριάξει με την δαντέλα τη λευκή που έπλεκε από πέρσι τον Σεπτέμβρη.

Διάλεξε την μεγαλύτερη πέτρα από την τσέπη της και του την πέταξε με όλη της τη δύναμη. Κατάφερε να περάσει την πέτρα από το μισάνοιχτο παράθυρο του αγροτικού αυτοκινήτου του και να τον πετύχει στο αριστερό μάγουλο. Εκείνος έβρισε, έξυσε άγρια τη λαβωματιά με τη σαλιωμένη παλάμη του και, όταν εντόπισε με σβέλτα μάτια τον δράστη, τη φώναξε να κατέβει γρήγορα κάτω να του δώσει το λόγο.

Η Αυγή, ξυπόλυτη πάνω στο τσιμέντο, κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά του σπιτιού -ο έμπορας φορούσε γραβάτα κοτσωνάτη, με ρόμβους μπλε, μικρούς πάνω στο κίτρινο και είχε κουρεμένο σε καθαρές γραμμές το καστανό του μουστάκι.

Όταν έφτασε να στέκεται σε απόσταση ελάχιστη από εκείνον, αδιαφόρισε για τα μαλώματα του και τρύπωσε με λαιμαργία τη ματιά της στα υφάσματα, που ήταν το ένα πάνω στο άλλο ταχτοποιημένα στην καρότσα του αγροτικού, φτιάχνοντας ένα κάθετο ουράνιο τόξο.

Υπήρχε και ένα πράσινο τόπι, και μάλιστα πράσινο λαδί, τέτοιο που νόμιζες ότι θα το έστυβες και θα έβγαζε αληθινό ελαιόλαδο. Η Αυγή του το έδειξε και κυματίζοντας τα χέρια της στο σχήμα τους σώματός της, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει ότι το ήθελε για φόρεμα.
Ο έμπορας σταμάτησε με μιας τα βρισίματα. Ακολούθησε με τα μάτια του τα χέρια της, που κατέβαιναν με κινήσεις φιδιού παράλληλα στο κορμί της. Τα δάχτυλά της ήταν τόσο χοντρά, όσο λεπτή ήταν η μέση της. Με το ένα του χέρι θα μπορούσε να την κυκλώσει. Με το ένα του μόνο χέρι.

Της έκοψε το ύφασμα, αφού το χάραξε με ένα τεράστιο ψαλίδι σε μια πλευρά και έπειτα το έσκισε στα δύο με δύναμη, και εκείνη τον πήρε από το χέρι, για να του δείξει να την ακολουθήσει στο σπίτι προκειμένου να του δώσει τα χρεωστούμενα.

Ο έμπορας κοίταξε γύρω του μην υπήρχαν τίποτε μάτια να τους βλέπουν, μα, πέρα από ένα κοπρόσκυλο που χοροπήδαγε και είχε ξελαρυγγιαστεί στο γάβγισμα, δεν ήταν κανείς εκεί.

Όταν μπήκαν στο σπίτι το τσουκάλι μισοέβραζε ακόμα, τα δωμάτια μύριζαν χυλοπίττες και με το που έκλεισε την πόρτα, τράβηξε η Αυγή το φόρεμά της με τα κίτρινα λουλουδάκια να βγει από το κεφάλι της.
Το φουστάνι κόλλησε για μιαν ανάσα στην κοτσίδα της και ο έμπορας σάστισε να κοιτά το γυμνό, ροδαλό κορμί της. Φαίνονταν τα κόκκαλά της, μα τα στήθια της ήταν λες και θήλαζε. Οι ρώγες σε ορθή γωνία, μαύρες, γόνιμες.

Ο έμπορας σκέφτηκε για λίγο, για πολύ λίγο. Στο κάτω-κάτω η κοπέλα ετούτη έμοιαζε να μην μπορεί καν να φωνάξει. Πριν αποφασίσει να χουφτώσει τη μέση της, η Αυγή κόλλησε στα χείλη του.

Σε κάποια στιγμή, ανάμεσα σε φιλιά και αγκαλιάσματα, ο έμπορας νόμισε ότι άκουσε βήματα στις σκάλες. Αποφάσισε όμως ότι θα ήταν η ιδέα του και προσπάθησε να ηρεμήσει. Δεν ήθελε να χάσει ούτε μια από τις στιγμές που θα ευχαριστιόταν μ΄αυτό το κατσίκι που άνοιγε διάπλατα τις διόδους του για χάρη του.

Την ώρα που ο έμπορας έμπαινε στην Αυγή, η Φέτη άνοιγε σιγάνα την πόρτα της κάμαρας. Ηλιοκαμμένη, με σκονισμένα τρύπια παπούτσια, έσπρωχνε την παλιά, ξύλινη πόρτα που έτριξε.

Έκανε το σταυρό της. Ένας άγνωστος είχε απλώσει την Αυγή της στο πάτωμα και είχε σκαρφαλώσει πάνω της. Εκείνη έβγαζε φωνούλες μικρές, κοφτές σαν να την τρυπούν λίγο-λίγο και ξανά-ξανά με αγκάθι τριανταφυλλιάς, που μοσχοβολάει ανοιχτή πλαγιά και φρέσκο μέλι.

Η Αυγή της. Η Αυγή της κάτω από έναν άγνωστο έβγαζε φωνούλες. Η βουβή, η μουγγή, η άφωνη, η κακορίζικη Αυγή έβγαζε φωνούλες. Η Φέτη έκανε το σταυρό της και ευχαρίστησε το Θεό που επιτέλους είχε κάνει το θαύμα του.

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009

Μυτιλήνη, 21/11/2007

Ναι ναι ναι. Το Αιγαίο.
Μου πιπιλάς το μυαλό
λες ξανά ξανά ξανά
περί ασημένιων ποιημάτων και τοίχων ασβεστωμένων
κοριτσιών με κοχύλια και βοστρύχους και νερατζιές που ανασαίνουν βαθιά
να δείξουν τη λαχτάρα να αγγίξουν τα κορίτσια

που πάει να πει
ότι γουστάρεις ΝΑΙ γουστάρεις πολύ, καυλώνεις δηλαδή, μ΄εκείνην τη
μικρή πράσινη θάλασσα
να την κοιτάς να κατεβαίνει δυο δυο τα σκαλιά με το καλάθι της και το σκυλί στο πλάι
να σηκώνεται σε κάθε βηματισμό ελάχιστα το ελάχιστο φόρεμά της.
Ναι. Τη γουστάρεις.
Και ναι. Το Αιγαίο.

Παρατάω
το βιβλίο σου στην άκρη του κρεβατιού.
Τεντώνομαι.
Κοιτάζω
το βαρύ κορμί μου.

Κάνει ζέστη σήμερα. Δεν την ξέρεις εσύ τη ζέστη αυτή.
Καινούριο φαινόμενο. Φαινόμενο θερμοκηπίου.
Πώς να στην περιγράψω; Πώς θα έγραφες εσύ περί αυτής;

Το κορμί μου είναι όμορφο.
Το ψιλαφούν τα χέρια μου.
Κι ας τρέχει ο ιδρώτας
όμορφο
είναι.
Κι ας μην είμαι πια
μικρή πράσινη θάλασσα
όμορφο
είναι.
Κι ας μένω στα τσιτωμένα Εξάρχεια
όμορφο
είναι.
Κι ας μην έχω πάει ποτέ στην ΑμοργόΜήλοΜυτιλήνη σε όλα του Αιγαίου που προτείνεις όμορφο
είναι
το κορμί μου
κι ας μην πρόλαβες να το δεις να το μυρίσεις να το γλείψεις να το βάλεις
σε ένα κάποιο ποίημά σου
έστω από εκείνα που έκρυβες στο συρτάρι
όμορφο
είναι.

Δίνω μία γερή κλωτσιά στο χοντρό
βιβλίο σου
κουτρουβαλιέται στα πλακάκια του δαπέδου
φτάνει ίσα με τη στοίβα τις σκονισμένες εφημερίδες.
Σηκώνομαι αργά. Φτιάχνω φραπέ γλυκό με γάλα. Ρουφάω
το κόκκινο καλαμάκι.
Χώνω το δάχτυλο στο όμορφο κορμί μου.

«Γαμώ το Αιγαίο σου, γαμώ.
Χάθηκε η ζωή μου.»

Κυριακή 29 Μαρτίου 2009

ποίημα νύχτας

Οι καλοί με βαραίνουν με την καλοσύνη τους.
Στέκουν απέναντί μου
πράο παράδειγμα λαμπρό.
Αιωρούνται
ήσυχοι άγγελοι
μ΄όλες τις απαντήσεις.
Βούδες χρυσοί
δεν έχουν τίποτε
να αποδείξουν
οι καλοί.

Κι εγώ ανάπηρη
βγαίνω τις νύχτες πίνω γαμιέμαι ουρλιάζω είμαι.
Κουτσαίνω την κακία μου
μέσα στο σύμπαν τους
έκπτωτη
όχι στα μάτια τους (αυτοί ποτέ δεν κρίνουν).

Να πάρω μια χατζάρα να τελείωνουμε.

Άμεσες λύσεις.

Καθαρές,

Ή αυτοί ή εγώ.

Σάββατο 28 Μαρτίου 2009

029

αυτό είναι το νερό μου... σσσς...

Ξέρω πως θα μ’ αγαπάει για πάντα.
Αυτό το κορμί είναι όμορφο. Έχει μακριά δάχτυλα. Πάω στοίχημα πως ήταν σκίουρος. Βεβαίως! Δεν μπορεί να γίνεται αλλιώς.
Δεν με πονάει. Διόλου. Όσο κι αν. Είναι. Σιωπηλός. Και όμορφος. Αυτό το κορμί του. Είναι όμορφο. Μυρίζει μέλι. Και φλούδα γάλατος. Μυρίζει. Το κορμί. Του.
Τα πέλματά μου παύουν. Να πολεμούν να ποθούν να πατήσουν το πάτωμά του. Ή. Κάποιο πάτωμα. Αλλά όχι πάντως το δικό. Του. Πάτωμα. Ποθούν να περιφέρονται, τα πέλματά μου –μην ξεχνάς- άσκοπα βουβοκοπώντας το άπππππειρο. Τίπ-οτα. Τιπ τιπ τιπ – οτα.
Ξέρω πώς. Πώς. Το ξέρω ναι το πώς. Θα μ΄αγαπάει για. Πάντα.Ναι. Και θα ‘ναι όμορφος. Για π@@.
Αν κάτι μου ζητούσε, θα του το ‘δινα. Αν κάτι, μου ζητούσε θα του το ‘δινα. Αν κάτι μου, ζητούσε θα. Ναι. Σίγουρα θα.
- Λέγε με... μμμμ.... λέγε με «μπαμπά». Μπορείς; Μπ. Μπα-μπά. Λέγε με.
Μα μόνο του χαμογελώ. Είμαι βουτηγμένη στην ευτυχία. Τα χέρια μου φασκιωμένα, τα πόδια μου φοράνε κάλτσες με ροζ φράουλες, πίνω το πλαστικό μου μπιμπερό, σαλιωμένα όλα τα μέσα χρώματα μα μόνο. Μόνο του χαμογελώ. Μπαμπάς. Αυτός είναι. Ο μπαμπάς. Είναι όμορφος.
Είναι όοοομορφος. Κι ας είναι σκίουρος. Κι ας ήταν σκίουρος. Επειδή. Γι’ αυτό είναι όοοομορφος.
- Ω ω ω, το μωρό!
Είναι και πάλι. Σιωπηλός. Μιλάει. Μα δεν λέει. Δεν. Τίποτα. Μα ξέρω. Πως θα μ΄αγαπάει για πάντα. Ξέρω.
Αγάπα με, μπαμπά. Αγάπα με, μπαμπά. Το σώμα σου χώσε, μέσα, στο δικό μου. Σώμα. Σώ-μα.
- «Σώ-μα». Μπορείς να πεις σώ-μα, μπαμπά;

αυτό είναι το κουτί μου... σσσς....

- «Σώ-μα». Μπορείτε να πείτε σώ-μα;

Κρέμμεται βουβό. Αιωρείται. Ελαφρύ. Πούπουλο. Το φυσάει ο άνεμος. Βουβός κι αυτός.
Κρέμμεται.
Το πέλματα πρησμένα. Τόσες ώρες το αίμα κατέβηκε. Δεν έσταξε το αίμα. Δε βρήκα μαχαίρι. Βρήκα σκοινί. Όχι χοντρό. Σκοινί.
Κρέμμεται. Και είναι ήδη πόσες μέρες; 029. Τόσες μέρες. Και άλλες τόσες νύχτες. Τα σκουληκάκια με γλύφουνε. Με θέλουνε να γίνω καινούριο. Σώμα.
Χωράω πια.
Είμαι βουτηγμένη ξανά.
Στην ευτυχία.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Κριτική στο poetix

(το παρακάτω αποτελεί κριτική για τη συλλογή μου «Σαπφώ 301», έτσι όπως δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος του περιοδικού poetix)


Σαπφώ 301

Μαίρη Αλεξοπούλου
Σαπφώ 301 [ο σκίουρος και η γριά]
εκδ. Γαβριηλίδης
Ιούνιος 2008
σελ. 68

Από τα χωριά Μίκα-Μίκα της Βόρειας Μιακίας επιστρέφει στην πρόσφατη ποιητική της συλλογή η Μαίρη Αλεξοπούλου, για να μας αφηγηθεί στα ποιήματά της τις ιστορίες που ανακάλυψε εκεί. Ιστορίες ενός κόσμου στον οποίο κυβερνά ο σκίουρος, ο θεός της ηδονής και όπου η γριά παίζει στο σκάκι τις ζωές των ανθρώπων – και πάντα κερδίζει. Αποσπασματικές ιστορίες, που άλλοτε εκτυλίσσονται στα μπαρ με τα ποτά και με τις μουσικές και άλλοτε σε κάποια αμμουδιά του Αιγαίου, άλλοτε στο στενό δωμάτιο ενός διαμερίσματος των Εξαρχείων και άλλοτε στο δωμάτιο 301 ενός ξενοδοχείου της Μυτιλήνης, κάποιες φορές στη μνήμη μόνο. Σπαράγματα ιστοριών μάς αφηγείται η ποιήτρια, που είναι πάντα η ίδια ιστορία του απελπισμένου έρωτα – όχι απελπισμένου όμως επειδή δεν βρίσκει ανταπόκριση, αλλά γιατί είναι ένας έρωτας που δύσκολα η εποχή μας και ο άνθρωπος της εποχής μας μπορεί να τον αντέξει.

Αυτή είναι και η κύρια διαφορά αυτού του βιβλίου από το Ερώμαι, την προηγούμενη ποιητική συλλογή της Μαίρης Αλεξοπούλου (Γαβριηλίδης, 2005). Και σ’ εκείνο το βιβλίο, όπως και στο Σαπφώ 301, ο έρωτας αποτελούσε για την ποιήτρια κίνητρο ζωής και σχεδόν μοναδικό θέμα της ποίησής της· εκεί όμως είναι η χαρά της επαφής και η κατίσχυση του έρωτα που κυρίως συναντάμε, ενώ εδώ τον κυρίαρχο τόνο δίνουν δυο ανησυχητικά ερωτήματα που διαρκώς αναδύονται ανάμεσα απ’ τους στίχους των ποιημάτων: πόσο αντέχει ο έρωτας στην εποχή μας, απ’ τη μία, και πόσο έρωτα αντέχουμε εμείς, απ’ την άλλη. «Μη φοβηθείς. Αντέχω», είναι οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου.

Γιατί η αντίδραση της Μαίρης Αλεξοπούλου μοιάζει μ’ εκείνη που, ήδη από το 1937, είχε προβάλει ο Αντρέ Μπρετόν στον Τρελό έρωτα: «Δεν αρνιέμαι ότι ο έρωτας συγκρούεται με τη ζωή. Λέω πως οφείλει να νικήσει και γι’ αυτό να υψωθεί σε μια τέτοια ποιητική αυτοσυνειδησία ώστε οτιδήποτε συναντά, αναγκαστικά εχθρικό, να τήκεται στην εστία της ίδιας του της δόξας». Έτσι και στο Σαπφώ 301 η ποιήτρια υπερασπίζεται τον απόλυτο και παράφορο έρωτα και τον εκσφενδονίζει με δύναμη καταπάνω στους δειλούς και βολεμένους καιρούς μας, αρνούμενη με πείσμα και οργή τις πλαστικές ανάγκες, τη δοκιμασμένη ασφάλεια, αρνούμενη την Barbie και το Cosmopolitan, αρνούμενη τα βαρετά γαμήσια και την καλοσύνη, την κοινή λογική και τη σιωπηλή απόγνωση των πολλών.

Βυθισμένοι / στις νύχτες της σιωπηλής τους απόγνωσης / ενοχλούνται / οι γείτονες / τηλεφωνούν μεταμεσονύχτια / ζητούν να πάψουμε / φωνές ανάσες / βαριές αχ βασανάκια ηδονικά.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2009

Πρόσκληση



Πρόσκληση

Εορτάζοντας τα προεόρτια της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης
οι Εκδόσεις Gutenberg και η Κοινωνία των (δε)κάτων
σας προσκαλούν την Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009, στις 7.00 μ.μ.,
στην αίθουσα Γεωργίου Καράντζα της ΕΣΗΕΑ, Ακαδημίας 20, στον 1ο όροφο
στην παρουσίαση του νέου περιοδικού γιατην ποίηση Poetix
και του 17ου τεύχους του περιοδικού (δε)κατα
----------------------------------------------------------------
(Θα είμαι κι εγώ εκεί)

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2009

ποιητική


Εγώ χαρτί μολύβι. Η πρώτη εικόνα για τον εαυτό μου. Η πιο παλιά. Και η πιο οικεία.

Πάντα, πάντα, αυτοί οι δύο κόσμοι να με περιέχουν: η γραφή και η σάρκα. Αναγκαίοι και οι δύο ώστε να είμαι, να υπάρχω αληθινά.

Η γραφή ως βασικός μου τρόπος ύπαρξης. Θα έγραφα ακόμα κι αν με διαβεβαίωναν ότι ποτέ κανείς δεν θα διάβαζε οποιοδήποτε γραπτό μου, γιατί θα ήμουν νεκρή χωρίς γραφή. Ενώ εγώ θέλω να ζήσω.

Η ποίηση ως φυσική διαδικασία, χωρίς να σημαίνει αυτό ως «εύκολη διαδικασία». Γράφω μάλλον γρήγορα. Μοιάζει σαν, χωρίς να το έχω αντιληφθεί, να κυοφορώ ένα ποίημα. Το κουβαλάω στην κοιλιά μου όταν πάω στη δουλειά μου, όταν κάνω έρωτα, όταν κοιμάμαι, όταν πλένω τα πιάτα. Εκείνο φουσκώνει την καμπύλη του κορμιού μου . Αργά-αργά. Είναι ακόμα βουβό, άνευρο, μαλθακό, ανήμπορο. Μέχρι να φτάσει η επείγουσα στιγμή, εκείνη ακριβώς η ταραγμένη στιγμή που όλα τ΄άλλα σβήνουν (η δουλειά, ο έρωτας, ο ύπνος, τα πιάτα, όλα σβήνουν). Και πότε πρέπει –ΠΡΕΠΕΙ- γρήγορα να γλιστρήσει γρήγορα γρήγορα τώρα έξω από το κορμί μου, να βγει πρέπει, να αποτυπωθεί πρέπει στο χαρτί, στον υπολογιστή, κάπου προτού χαθεί για πάντα. Ρουφάει την πρώτη του ανάσα, κλαίει, ουρλιάζει. Με τρομάζει, μα τουλάχιστον είναι εκεί μπροστά μου, έτοιμο να προχωρήσουμε μαζί, να προσπαθήσουμε να χτίσουμε μια ζωή μαζί. Κι εγώ έχω επιβιώσει. Είμαι ακόμα ζωντανή.

Αφού ηρεμήσει αυτό το πρωτόλειο, αρχίζω να το ζυμώνω. Πλάθω ήσυχα και μεθοδικά. Σε κάθε επιστροφή βρίσκω κάτι να διορθώσω. Κάποτε όμως κουράζονται τα χέρια. Κάποτε πρέπει να πάρω την απόστασή μου, να συμφιλιωθώ με τα τωρινά μου όρια και να προχωρήσω. Εξάλλου έχω αποδεχθεί ότι δεν υπάρχει αληθινά «τελειωμένο ποίημα».

Δεν θέλω να φοβάμαι την αποτυχία στην ποίηση, ακριβώς όπως δεν θέλω να φοβάμαι την αποτυχία στη ζωή. Θέλω να δοκιμάζω. Η γλώσσα, το εργαλείο μου δηλαδή, φέρει τη βεβαιότητα της αποτυχίας, μιας και εκ κατασκευής αδυνατεί να πει εκείνο ακριβώς που θέλει να μιλήσει ο ποιητής. Το γεγονός αυτό κάθε άλλο παρά στέκει ικανό να μου προκαλέσει τρόμο ή θλίψη. Αντίθετα με προκαλεί, με ελκύει, με ενθουσιάζει. Είναι για μένα άκρως συναρπαστικό να σκέφτομαι πόσα πολλά και διαφορετικά δύναται να πλάσει ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας αυτό ακριβώς το περιορισμένο (ανάπηρο κάποτε) εργαλείο που ονομάζεται γλώσσα. Εξάλλου δεν ψάχνω για βεβαιότητες. Πιο πολύ με ενδιαφέρουν τα ερωτήματα.

Γράφω συχνά στο πρώτο πρόσωπο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως γράφω την αυτοβιογραφία μου. Η ποίησή μου δεν είναι το ημερολόγιό μου. Δεν πάυω ωστόσο να αναρωτιέμαι: πόσο είμαι εγώ αυτό το «εγώ» του ποιήματος;

Δεν ξέρω ποιος είναι ο αναγνώστης μου. Ξέρω ότι απευθύνω το ποίημά μου σε κάποιον. Η τέχνη είναι επικοινωνία. Προσπαθώ να μην βάζω εμπόδια κατανόησης στον αναγνώστη. Το τονίζω επειδή λέγεται συχνά ότι η ποίηση δεν διαβάζεται επειδή κανείς δεν την καταλαβαίνει. Προσπαθώ, λοιπόν, να μην βάζω εμπόδια, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιλέγω την ευκολία. Εξάλλου ακόμα και το ελάχιστο της επικοινωνίας προαπαιτεί κίνηση και προσπάθεια και από τις δυο πλευρές, αποστολέα και παραλήπτη.

Δεν είμαι διαννοούμενη. Αγαπώ το χώμα και το αίμα. Τα νύχια, τα δάχτυλα, τη γεύση, την πείνα, την τροφή, το δαγκωμένο ροδάκινο και το ζουμί καθώς κυλάει γλυκερό στο καλοκαιρινό μου χέρι.

Το μόνο που γνωρίζω είναι το σώμα. Και ο μόνος τρόπος να γνωρίζω είναι το σώμα.


Μαίρη Αλεξοπούλου
Αθήνα, 5 Φεβρουαρίου 2009


Υ.Σ. Αυτά που έγραψα εδώ ισχύουν σήμερα. Αύριο αυτά που έγραψα εδώ ίσως αποδειχθούνε όλα ψεύτικα.


(Το παραπάνω δημοσιεύτηκε στη στήλη "1x1" του ηλεκτρονικού περιοδικού poeticanet)



Τρίτη 17 Μαρτίου 2009

μια πρώτη ξενάγηση

Στα χωριά Μίκα-Μίκα της Βόρειας Μιακίας ο σκίουρος λατρεύεται ως θεός της ηδονής. Τα τραγανιστά του δοντάκια θεωρούνται αντικείμενα φέροντα δύναμη ζωής. Η σκιά και η ουρά του ρουφιούνται με μανία. Οι κάτοικοι των χωριών Μίκα-Μίκα ερωτεύονται κάθε πρωί και κοιμούνται ήσυχοι το βράδυ.

(και λένε ιστορίες... όπως αυτές:)



Στην αρχή έφτιαξε τον άντρα τη γυναίκα το φίδι το μήλο το ναι.
Μετά έφτιαξε τον σκίουρο.

Είπε ο άντρας: σε μισώ.
Είπε αυτή: το ίδιο.

Ροκ-ροκ-ρόκα-ροκ ροκάνιζε ο σκίουρος σφιχτά τα βελανίδια.

Είπε ο άντρας: φταις εσύ.
Είπα αυτή: το ίδιο.

Ροκ-ροκ-ρόκα-ροκ ροκάνιζε ο σκίουρος λαμπρά τα βελανίδια.

Είπε ο άντρας: τέλειωσε.
Είπε αυτή: το ίδιο.

Ροκ-ροκ-ρόκα-ροκ ροκάνιζε ο σκίουρος γεμάτα βελανίδια.

Στο τέλος έσβησε τον άντρα τη γυναίκα το φίδι το μήλο το ναι.
Και κράτησε τον σκίουρο
να κυβερνά στον κόσμο.

Ο σκίουρος στα τσιμέντα.
Όμορφος στα μπαρ, πίνει κρασιά, ζητάει.
Κορίτσια και αγόρια. Όμορφα. Ψάχνει.
Βρίσκει.

Ο σκίουρος χύνει αίμα
με τρυφερά δοντάκια αίμα
κοριτσίστικο και αγορίστικο
αίμα.

Τσίκνα τσιτσιρίζει.
Ο σκίουρος ροκανίζει.
Άντερα και αυτιά.

Τα δάχτυλα στο τέρμα.
Βαθιά βαθιά τα παίρνει.
Γλείφει πριν να δαγκώσει.

Ο σκίουρος γελάει.
Ρεύεται.
Ξέρει
.