Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

πράσινο

Η μάνα της Αυγής, η Φέτη, έλεγε και ξανάλεγε ότι έφταιγε η ίδια που η κόρη της είχε βγει μουγγή. Μετά από έξι αγόρια και με το φόβο ότι δεν θα είχε κάποιον να τη γηροκομήσει, παρακαλούσε το Θεό για ένα κορίτσι φρόνιμο και συμπονετικό, να σταθεί πλάι της μέχρι τις τελευταίες της ώρες, μα είχε ξεχάσει να ζητήσει να μην της βγει το παιδί σακάτικο.

Της έδωσε ο Θεός το κορίτσι της, μα του πήρε τη φωνή, λες και για να τιμωρήσει τη Φέτη, που ήθελε να ανακατευτεί στις υποθέσεις Του. Ήχος θηλυκός φρέσκος δεν ακούστηκε στο σπίτι της. Έλιωνε η μάνα ολημερίς και ολονυχτίς μπροστά σε εικονίσματα θαυματουργά, παρακαλούσε, προσευχόταν, υποσχόταν, ονειρευόταν.

Από εκκλησία σε εκκλησία τραβούσε, από χωριό σε χωρίο, από γκρεμίλα σε γκρεμίλα, από νησί σε νησί, για να κάνει ειρήνη με το Θεό, για να βρει την υγεία της η Αυγή της. Εδώ και εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια, χανότανε για μήνες ψάχνοντας να βρει συμβουλή σε καλογέρους και παπάδες και άφηνε την Αυγή στα χέρια των έξι αγοριών της.

Ο πατέρας είχε πεθάνει λίγο μετά που η μάνα έμεινε έγκυος στην κόρη. Ήσυχος θάνατος. Πάνω στην ελιά να κλαδεύεις και η καρδιά σου να αποφασίζει ότι κουράστηκε, φτάνει πια.

-Ήσυχος θάνατος.

Έτσι έλεγε η Φέτη κι έμοιαζε μια ζήλια να την κυκλώνει, να διπλώνεται στα πόδια της, να ανεβαίνει βαθιά μέσα της από τους αστραγάλους ως τα μελίγγια.

Όσο την έπνιγε τόσο προσπαθούσε μάταια, με κρέμμες και βοτάνια τρυμμένα και γιατρικά διάφορα που βρωμούσαν ξινά, και που αγόραζε από δω κι από κει, από γύφτισσες, μάγισσες και γιατρούς, να μαλακώσει τα γόνατά της, σκληρά από τις δεήσεις.

Τα μάτια της έτσουζαν, ήθελε να τα τρίβει με κρεμμύδι, να γεμίσουν δάκρυα, να λυτρωθούν, μα οι σταγόνες που κυλούσαν βασανιστικά ήταν άχρηστες πια. Ο σβέρκος της δεν μπορούσε να ισιώσει κι όλο γέμιζε το κορμί της ανατριχίλες, από τις σουβλίες που δεχόταν από τα άρρωστα νεύρα.

Τα έξι αγόρια της γρήγορα ξεχνούσαν την μικρή τους αδελφή, σαν τους φιλούσε η μάνα τους και τους άφηνε δίνοντας την ευχή της. Έφευγε εκείνη για τα προσκυνήματά της και τα παιδιά της γύριζαν στα χωράφια τους. Τί να κάνουν με τη μουγγή;

Εκείνη ήταν αδύνατη σαν λεπτοδείκτης, με μάτια μαύρα, γατίσια, πονηρά. Φοβόσουν να την αγγίξεις μην και πάψει να ανασαίνει ή σου ορμήξει (κανείς δεν ήξερε με σιγουριά τί θα έκανε). Την άφηναν στο σπίτι να μαγειρέψει κανά φαγητό, να λαδωθεί το έντερό τους και περνούσαν ολάκερη τη μέρα στις δουλειές τους.

Μόνη η Αυγή, κλεισμένη σε δυο κάμαρες, γέμιζε τις ώρες της με τις κότες, τα αηδόνια, τα γαϊδούρια, τις γειτόνισσες, τα τρακτέρ, τη βροχή, τα νιαουρίσματα, τα γαυγίσματα, τον αέρα στο τζάμι της πόρτας, τα παιδιά, που παίζαν φωνάζοντας σαν να τα γαργαλούσαν τα νιάτα τους.

Έβαζε βιαστικά να γίνεται κάτι πρόχειρο στο τσουκάλι και μετά καθόταν στο σκαμνί πλάι στο μεγάλο, τετράγωνο παράθυρο με τα κατάλευκα, δαντελωτά κουρτινάκια, να βλέπει και να ακούει όσα γίνονταν στο δρόμο και τις αυλές.

Τίποτα δεν ξέφευγε από το εκπαιδευμένο μάτι της. Ούτε η κυρά-Φρόσω που έκλεινε την πόρτα της γρήγορα πίσω από τον κυρ-Αποστόλη, ούτε η Μαρία η Κώσταινα που μύριζε ολοένα τις μασχάλες της, ούτε ο Μπάμπης ο καφετζής που ξυνόταν εκεί κάτω.

Είχε το χάρισμα της κοτσομπόλας, μα η φωνή που της έλειπε την εμπόδιζε να το εκδηλώσει. Περιοριζόταν λοιπόν η Αυγή στο να καταγράφει όλες τις κινήσεις και να πετάει πετραδάκια από τις τσέπες της ποδιάς της, σε όσους περαστικούς ήθελε να σηκώσουν το βλέμμα τους να τη δουν.

Ένα πρωινό, αφού μαγείρεψε χυλοπίττες κοκκινιστές , με ντομάτα περσινή, φυλαγμένη σε μπουκάλια μπύρας σφιχτοσφραγισμένα με κερί από την εκκλησιά, πήρε το πλεχτό της και κάθισε ξανά στο σκαμνί της. Έφτιαχνε μια καινούρια δαντέλα λευκή από κλωστή λεπτή, που βασάνιζε τα χέρια της με χαρακιές βαθιές, και έψαχνε κάποιο ύφασμα να την ταιριάξει, να την κάνει τελείωμα για κάποιο φόρεμα.

Ένα έμπορας, ξένος στα μέρη τους, σαν να απαντούσε στις σκέψεις της, φάνηκε τότε να περνά κάτω από το παραθύρι της, διαλαλώντας με καθαρή φωνή την πραμάτεια του. Πουλούσε από υφάσματα, χτενάκια, κολώνιες και δαντέλες έως παπούτσια και κάλτσες και καλτσόν και βαφτικά διάφορα.

Έκανε ζέστη απαλή και γλυκιά, ο ήλιος αντανακλούσε το φως του στο τζάμι του κόκκινου αυτοκινήτου του. Η άνοιξη έμπαινε φρέσκια κυρά με τα μυρωδικά της, μετά από έναν χειμώνα μουντό, γεμάτο βροχές και λασπόνερα στους δρόμους και τις αυλές.

Η Αυγή παράτησε το πλεκτό της και διάλεξε από την τσέπη της ποδιάς της ένα χαλικάκι, που με δύναμη το πέταξε έμπορα για να τον σταματήσει. Δεν τον πέτυχε με την πρώτη, ούτε με τη δεύτερη. Της έφευγε κι αυτή ήθελε να αγοράσει λίγο πράσινο βαμβακερό να ράψει το φόρεμα της για το Πάσχα, να το ταιριάξει με την δαντέλα τη λευκή που έπλεκε από πέρσι τον Σεπτέμβρη.

Διάλεξε την μεγαλύτερη πέτρα από την τσέπη της και του την πέταξε με όλη της τη δύναμη. Κατάφερε να περάσει την πέτρα από το μισάνοιχτο παράθυρο του αγροτικού αυτοκινήτου του και να τον πετύχει στο αριστερό μάγουλο. Εκείνος έβρισε, έξυσε άγρια τη λαβωματιά με τη σαλιωμένη παλάμη του και, όταν εντόπισε με σβέλτα μάτια τον δράστη, τη φώναξε να κατέβει γρήγορα κάτω να του δώσει το λόγο.

Η Αυγή, ξυπόλυτη πάνω στο τσιμέντο, κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά του σπιτιού -ο έμπορας φορούσε γραβάτα κοτσωνάτη, με ρόμβους μπλε, μικρούς πάνω στο κίτρινο και είχε κουρεμένο σε καθαρές γραμμές το καστανό του μουστάκι.

Όταν έφτασε να στέκεται σε απόσταση ελάχιστη από εκείνον, αδιαφόρισε για τα μαλώματα του και τρύπωσε με λαιμαργία τη ματιά της στα υφάσματα, που ήταν το ένα πάνω στο άλλο ταχτοποιημένα στην καρότσα του αγροτικού, φτιάχνοντας ένα κάθετο ουράνιο τόξο.

Υπήρχε και ένα πράσινο τόπι, και μάλιστα πράσινο λαδί, τέτοιο που νόμιζες ότι θα το έστυβες και θα έβγαζε αληθινό ελαιόλαδο. Η Αυγή του το έδειξε και κυματίζοντας τα χέρια της στο σχήμα τους σώματός της, προσπάθησε να του δώσει να καταλάβει ότι το ήθελε για φόρεμα.
Ο έμπορας σταμάτησε με μιας τα βρισίματα. Ακολούθησε με τα μάτια του τα χέρια της, που κατέβαιναν με κινήσεις φιδιού παράλληλα στο κορμί της. Τα δάχτυλά της ήταν τόσο χοντρά, όσο λεπτή ήταν η μέση της. Με το ένα του χέρι θα μπορούσε να την κυκλώσει. Με το ένα του μόνο χέρι.

Της έκοψε το ύφασμα, αφού το χάραξε με ένα τεράστιο ψαλίδι σε μια πλευρά και έπειτα το έσκισε στα δύο με δύναμη, και εκείνη τον πήρε από το χέρι, για να του δείξει να την ακολουθήσει στο σπίτι προκειμένου να του δώσει τα χρεωστούμενα.

Ο έμπορας κοίταξε γύρω του μην υπήρχαν τίποτε μάτια να τους βλέπουν, μα, πέρα από ένα κοπρόσκυλο που χοροπήδαγε και είχε ξελαρυγγιαστεί στο γάβγισμα, δεν ήταν κανείς εκεί.

Όταν μπήκαν στο σπίτι το τσουκάλι μισοέβραζε ακόμα, τα δωμάτια μύριζαν χυλοπίττες και με το που έκλεισε την πόρτα, τράβηξε η Αυγή το φόρεμά της με τα κίτρινα λουλουδάκια να βγει από το κεφάλι της.
Το φουστάνι κόλλησε για μιαν ανάσα στην κοτσίδα της και ο έμπορας σάστισε να κοιτά το γυμνό, ροδαλό κορμί της. Φαίνονταν τα κόκκαλά της, μα τα στήθια της ήταν λες και θήλαζε. Οι ρώγες σε ορθή γωνία, μαύρες, γόνιμες.

Ο έμπορας σκέφτηκε για λίγο, για πολύ λίγο. Στο κάτω-κάτω η κοπέλα ετούτη έμοιαζε να μην μπορεί καν να φωνάξει. Πριν αποφασίσει να χουφτώσει τη μέση της, η Αυγή κόλλησε στα χείλη του.

Σε κάποια στιγμή, ανάμεσα σε φιλιά και αγκαλιάσματα, ο έμπορας νόμισε ότι άκουσε βήματα στις σκάλες. Αποφάσισε όμως ότι θα ήταν η ιδέα του και προσπάθησε να ηρεμήσει. Δεν ήθελε να χάσει ούτε μια από τις στιγμές που θα ευχαριστιόταν μ΄αυτό το κατσίκι που άνοιγε διάπλατα τις διόδους του για χάρη του.

Την ώρα που ο έμπορας έμπαινε στην Αυγή, η Φέτη άνοιγε σιγάνα την πόρτα της κάμαρας. Ηλιοκαμμένη, με σκονισμένα τρύπια παπούτσια, έσπρωχνε την παλιά, ξύλινη πόρτα που έτριξε.

Έκανε το σταυρό της. Ένας άγνωστος είχε απλώσει την Αυγή της στο πάτωμα και είχε σκαρφαλώσει πάνω της. Εκείνη έβγαζε φωνούλες μικρές, κοφτές σαν να την τρυπούν λίγο-λίγο και ξανά-ξανά με αγκάθι τριανταφυλλιάς, που μοσχοβολάει ανοιχτή πλαγιά και φρέσκο μέλι.

Η Αυγή της. Η Αυγή της κάτω από έναν άγνωστο έβγαζε φωνούλες. Η βουβή, η μουγγή, η άφωνη, η κακορίζικη Αυγή έβγαζε φωνούλες. Η Φέτη έκανε το σταυρό της και ευχαρίστησε το Θεό που επιτέλους είχε κάνει το θαύμα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: