Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2009

Γιάννης Μακριδάκης (μία απόπειρα ανάγνωσης)


Η περίπτωση του Γιάννη Μακριδάκη με απασχόλησε από τότε που σε βιβλιοφιλικά blogs άρχισα να διαβάζω για έναν νέο (και καινούριο) Έλληνα συγγραφέα, διαφορετικό από τους συγχρόνους του, με κύριο χαρακτηριστικό διαφοροποίησης τη γλώσσα. Κάποιοι μιλούσαν για γλώσσα παρωχημένη, συντηρητική, λογοτεχνίζουσα, ενώ άλλοι για μία γλώσσα ζωντανή, γλαφυρή, εύπλαστη, λαϊκή, που δείχνει στις ρίζες της. Μετά διάβασα τα θέματα τα οποία διαπραγματεύονται τα δύο του (μέχρι τώρα) βιβλία, αλλά και συνεντεύξεις του ίδιου του συγγραφέα. Αργότερα αποφάσισα να αγοράσω το μυθιστόρημα και τη νουβέλα του. Έφτασα λοιπόν στη δουλειά του υποψιασμένη, κουβαλώντας γνώμες άλλων (συνηθέστατο φαινόμενο στον «μεταμοντέρνο» κόσμο μας). Γρήγορα βυθίστηκα στο έργο του. Με συγκίνησε, με συνεπήρε και -κυρίως- μου δημιούργησε πολλά πολλά πολλά ερωτήματα για το ρόλο της λογοτεχνίας σήμερα.


Λίγα βιογραφικά : ο Γιάννης Μακριδάκης ζει (κατ΄επιλογήν) στη Χίο. Εκεί έστησε, μαζί με μία ομάδα συνεργατών, το Κέντρο Χιακών Σπουδών, το οποίο –ανάμεσα σε πάμπολλες άλλες ερευνητικές και πολιτιστικές δράσεις- εκδίδει το περιοδικό «Πελλινναίο». Γεννημένος το 1971. Δηλώνει πως δεν βλέπει τον εαυτό του ως συγγραφέα, αφού θεωρεί τον όρο «συγγραφέας» τίτλο τιμής, τον οποίο ίσως λάβει κανείς μετά θάνατον, ή πάντως μετά την ολοκήρωση του έργου του. Λέει πως βρέθηκε στη λογοτεχνία κατά τύχη, πως τον απασχολούν πολλοί πιθανοί δρόμοι στη ζωή, πως θα γράφει όσο και εάν έχει κάτι να πει. Και λέει πως τον ενδιαφέρει η «λοξή πορεία», οι άνθρωποι που, είτε κατ΄επιλογήν είτε λόγω ανάγκης, βρίσκονται σε λοξό δρόμο. Έγραψε, λοιπόν, και εξέδωσε ένα μυθιστόρημα «Ανάμισης ντενεκές» (Εστία, Μάιος 2008) και μία νουβέλα «Η δεξιά τσέπη του ράσου» (Εστία, Μάρτιος 2009). Από αυτά τα δύο κείμενα είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω.


Ξεκίνησα να διαβάζω πρώτα τη νουβέλα. Σύντομη παρουσίαση : «Τη νύχτα που πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος γέννησε η Σίσσυ.» Ο καλόγερος Βικέντιος, τελευταίος μοναχός στο μοναστήρι του νησιού, πασχίζει να κρατήσει ζωντανό το σκυλάκι που γέννησε η Σίσσυ. Νιώθοντας τη μοναξιά να τον απειλεί, ο Βικέντιος δίνεται με όλο του το είναι, με όλη την αγάπη της ψυχής του και τη λαχτάρα και την αγωνία την προσπάθεια να σώσει το μικρό σκυλάκι. Το ραδιόφωνο μεταδίδει τα του θανάτου και της κηδείας, αλλά όλα αυτά στο πίσω μέρος του βίου του μοναχού. Η λύση της μοναξιά βρίσκεται στην προσωπική σχέση και όχι στο θρησκευτικό δόγμα.


Και το μυθιστόρημα : Ο Γιώργης Πέτικας, τίμιος, καλός, δυνατός, ερωτεύεται, σκοτώνει, χάνεται στα βουνά της Χίου. Ο ερευνητής σχεδόν εκατό χρόνια μετά, αναζητά τα ίχνη της πολυτάραχης ζωής αυτού του τοπικού θρύλου. Συλλέγοντας αφηγήσεις ντόπιων, αναζητώντας στα αρχεία της βιβλιοθήκης, ξετυλίγει μαζί μας μία περιπέτεια, ένα θρίλερ, τα συμβάντα του βίου του Πέτικα, τις απίθανες πιθανότητες της ζωής.


Ναι, η γλώσσα του Μακριδάκη φαίνεται αρχικά παλιοκαιρισμένη, σχεδόν παπαδιαμαντική. Μπορεί να χτίζει τις ιστορίες του με λέξεις όπως τα «τριζοκόκαλα» ή το «μούχρωμα», λέξεις που μοιάζουν με τα καλολογικά στοιχεία που μαζεύαμε στις σχολικές μας εργασίες, λέξεις που δεν χρησιμοποιούμε πια στην καθημερινότητά μας (ποιος μιλάει έτσι;), ωστόσο τις χρησιμοποιεί για να δείξει αυτήν ακριβώς την άλλου είδους πραγματικότητα, την λοξή. Είναι γλώσσα δουλεμένη με την αφοσίωση μάστορα λεπτολόγου. Είναι γλώσσα ζωντανή. Αναπνέει. Είναι μία γλώσσα φιλτραρισμένη, περασμένη απ΄το μυαλό και την ψυχή και –κυρίως αυτό- τον βίο του ίδιου του συγγραφέα.


Η θεματολογία του επίσης ξενίζει πολλούς αναγνώστες. Η αφελής (;) αγάπη ενός μοναχού για το σκυλάκι του, η αφελής (;) επιμονή ενός Χιώτη για ελευθερία. Ωστόσο, εμένα μου φαίνεται να με επιστρέφει σε εκείνον ακριβώς τον τόπο όπου γνώρισα και αγάπησα τη λογοτεχνία. Εκεί που δεν με ένοιαζαν οι θεωρίες , οι ορολογίες, οι φιλολογικές μελέτες και οι «μεταμοντερνισμοί». Εκεί που η ανάγνωση μου άλλαζε τη ζωή, μου ξαναέδειχνε τί σημαίνει να είμαι άνθρωπος.


Αν σκοπός της λογοτεχνίας είναι η επικοινωνία, τότε σημαίνει ότι πάνω στο κείμενο θα συναντηθούν ο συγγραφέας με τον αναγνώστη. Στα βιβλία του Μακριδάκη αυτή η συνάντηση γίνεται με τον πιο φυσικό τρόπο, με εκείνον που πετυχαίνει (ας μην φοβόμαστε τις λέξεις) η κλάσσικη λογοτεχνία. Εννοώ μ΄αυτό την αυθεντική λογοτεχνία, εκείνη που δεν φοβάται να μιλήσει, να πάρει θέση στα πράγματα, να προτείνει, να πετύχει, να αποτύχει, να δείξει ποια είναι, χωρίς να κρύβεται πίσω από τοίχους θεωριών και α-νόητων κατασκευασμάτων. Η ματιά του Μακριδάκη στον κόσμο είναι η ματιά ενός σκεπτόμενου ανθρώπου με ψυχή, ο οποίος δεν έχει αγκυλώσεις. Τολμά το ασύληπτο: να είναι!


Ταυτοχρόνως, ο Μαριδάκης γράφει και πολιτικά άρθρα. Αν ψάξετε στο google θα βρείτε ένα άρθρο του που είχε γράψει για τις σχεσεις της Χίου με τη γειτονική της Σμύρνη και για το πώς αυτές οι σχέσεις μπορούν να βελτιωθούν. Θα βρείτε links και για τις συνέπειες αυτής του της πράξης. Για την επίσκεψη της αστυνομίας, τη σύλληψη, την έρευνα. Και όλα αυτά να συμβαίνουν ήσυχα, με αφοσίωση, με αλήθεια, με αγάπη, ηρεμία, πίστη.


Ίσως να μιλάω συναισθηματικά σ΄ετούτη εδώ την παρουσίαση. Μα κάτι ξύπνησε μέσα μου διαβάζοντας για τον Βικέντιο και τον Πέτικα. Κάτι που είχα καιρό να νιώσω από τη λογοτεχνία, παρά που διάβαζα πολλά, ενδιαφέροντα βιβλία. Είναι σαν να είδα ένα κερί αναμμένο, μια μυγδαλιά που άνθισε, μία δυνατότητα ζωής άκρως συγκινητική, προκλητική, τολμηρή, απίστευτα δύσκολο να πραγματωθεί. Ελπίζω να διαβάσετε τα βιβλία του, να παρακολουθήσετε την πορεία του, να χαρίσετε στον εαυτό σας την ευκαιρία να γνωρίσετε αυτόν τον άνθρωπο.

Δημοσιεύτηκε στο:

Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009

Κλήση




















Ωωωωωω Οφηλία!
βρωμάει κάτι σάααααααααααπιο
σάπιοΣάπιοΣάπιο
εδώ
για φέρε μου το ΑΖΑΧ
«άντε!» σου λέω να τιναχτείς - σηκωθείς - κουνηθείς - καθαρίσω

Βλέπω, Οφηλία,
πόσο το ψυγείο είναι ένα ______________
γεμάτο φως (ηλεκτρικό)
σοκολάτες μήλα μπύρα τυρί ντομάτες + + + κλπ
πού είναι το νερό σου;

«άναψε το φως» (δείξε μου) δείξε μου

«καθάρισε κι εδώ» λιγάκι η χώνεται στο πόδι μου ανάμεσα
(σφουγγαρίστρα)
ανάμεσα στα δυο μου πόδια χώνεται βαθιά «κι εκεί
κι εκεί» να καθαρίσει λίγο «έτσι»
δείξε μου το πώς: άναψε το φως

να με ξέρεις και να μ' αγαπάς (θέλω)
να σε κατασπαράξω να σε ____________ (θέλω)
(θέλω) (είμαι)
ρουφάω όλα σκόνη σσσσσς.....
δεν στη φασαρία ακούω

«έλα»

πια έλα σε ναι σε περι-
μένω
χά-νω & λέξεις & έξεις + χάνω + = σιωπή
σου σιω....

4. πού
5. πώς
12. πότε

αν μ'αγαπάς για πάντα;

θα μ'αγαπάς για πάντα;

Nα μ'αγαπάς για πάντα.


(Δημοσιεύτηκε εδώ: http://www.e-poema.eu/poem.php?id=241 )

Δευτέρα 7 Δεκεμβρίου 2009

Susan Gevirtz «Η άλλη οπτική γωνία»


Η Σούζαν Γκέβιρτζ (Susan Gevirtz), ποιήτρια και δασκάλα, ζει στο Σαν Φρανσίσκο. Εχει μία κόρη, την Clio.

Επί δέκα χρόνια δίδασκε στο Sonoma State University, ενώ τώρα εργάζεται ως καθηγήτρια δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο του Σαν Φρανσίσκο και το California College of the Arts. Συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού ΗOW(ever). Το 2000 έλαβε το λογοτεχνικό βραβείο New Langton Arts "Bay Area Award in Literature". Το θεατρικό της έργο Motion Picture Home ανέβηκε στο Poet's Theatre το 2002. Από το 2004, μαζί με τη Σιαρίτα Κουκά, φροντίζει για τον συντονισμό του Συμποσίου Ποίησης της Πάρου (www.parossymposium.com), μια ετήσια συνάντηση συνεργασίας Ελλήνων και Αμερικανών ποιητών-μεταφραστών.

Εχει εκδώσει ποιητικές συλλογές (Aerodrome Orion & Starry Messenger, Broadcast, THRALL, Hourglass Transcripts, Spelt, Black Box Cutaway, PROSTHESIS::CAESAREA, Linen minus, Korean and Milkhouse), την κριτική μελέτη "Narrative's Journey: The Fiction and Film Writing of Dorothy Richardson", κι επίσης έχει δημοσιεύσει δοκίμια σε λογοτεχνικά περιοδικά και πανεπιστημιακά έντυπα. Στα ελληνικά μπορεί κανείς να αναζητήσει τα Starry Messenger (μτφρ.: Βασίλης Μανουσάκης), βλ. www.poeticanet.com/en/poets.php?subaction=showfull&id=1223069394&archive=&start_from=&ucat=50&show_cat=50
και Circadia (μτφρ.: Μαίρη Αλεξοπούλου και Λία Παπαδάκη), βλ. www.poema.gr/poem.php?id=206

Η ίδια η ποιήτρια σημειώνει αναφορικά με την ποιητική της: «Το ποίημα (όπως πάντα) είναι σχετικό με το σχετικά. Που σημαίνει ότι τα γεγονότα αποτελούν ένα περιβάλλον για τη συζήτηση, το ποίημα όμως δεν σχετίζεται με τα γεγονότα. Αν και οι συμβάσεις της εξιστόρησης, της γραμματικής, της ανάγνωσης από τ' αριστερά προς τα δεξιά, της πλοκής κ.λπ. μοιάζουν να συνοδεύουν το σχετικά, ωστόσο λειτουργούν μονάχα ως δόλωμα που παρασέρνει, μιας και το σχετικά δεν είναι ποτέ στ' αλήθεια δυνατό. Μετά την απαραίτητη διαγραφή αυτών των δολωμάτων από το πεδίο του ποιήματος, αφού το σχετικά παραμεριστεί, μόνο το «σχετικά με το σχετικά» παραμένει (μόνο τα δολώματα των δολωμάτων παραμένουν)».

Στα ποιήματα της Σούζαν Γκέβιρτζ υπάρχει πάντοτε κάποια ιστορία (αφήγηση-story). Η ιστορία έχει αρχή, μέση και τέλος. Χαρακτήρες οδηγούνται από την ποιήτρια σε μονολόγους. Ή άλλοτε συνομιλούν μεταξύ τους. Ολα συμβαίνουν μέσα σ' ένα αυστηρό αρχιτεκτόνημα λέξεων. Από αυτήν την άποψη η ποίησή της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συμβατική, παραδοσιακή, αναμενόμενη. Στην πραγματικότητα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Αυτό το «σχετικό με το σχετικά» που αποτελεί στόχο της, την οδηγεί να ψάξει για να βρει καινούργιες λέξεις, να μιλήσει για τα γεγονότα, να πάρει απόσταση από αυτά, να δημιουργήσει το Σύμπαν από την αρχή.

Για να πετύχει ετούτο το ανοίκειο, η Σούζαν Γκέβιρτζ επιλέγει να εξερευνήσει το εργαλείο της (τη γλώσσα) και ν' αναγκάσει τον αναγνώστη να το αντιμετωπίσει με νέα ματιά. Η γλώσσα πρέπει να φτάσει στα όρια, στην άκρη του γκρεμού και να κοιτάξει κατάματα το κενό κάτω απ' τα πόδια της. Η ποιήτρια πρέπει να δει πόσο και πόσα η γλώσσα αντέχει. Και ο αναγνώστης πρέπει να κάνει μαζί της αυτό το επικίνδυνο ταξίδι.

Επιλέγει λοιπόν να μιλήσει κατασκευάζοντας φράσεις (λέξη δίπλα σε λέξη), οι οποίες δεν αποτελούν ολοκληρωμένες, συμβατικά ορθές προτάσεις, προτάσεις που δεν ακολουθούν την ορθή (αποδεκτή) γραμματική και σύνταξη. Πρόκειται για προτάσεις ελλειπτικές. Ολες οι μη απολύτως απαραίτητες λέξεις (σύνδεσμοι, προθέσεις, επιρρήματα) λείπουν. Υπάρχει μονάχα ό,τι είναι αναγκαίο ως έναυσμα δημιουργίας νοήματος. Ο στίχος γίνεται αίνιγμα, κώδικας, τηλεγράφημα, sms, γίνεται νέα, προσωπική γλώσσα.

Η ποιήτρια νοιάζεται πολύ για τη λέξη και τη δυνατότητα του γραπτού λόγου να κινηθεί, να ακροβατήσει, να πλαστεί, να τεντωθεί, να γίνει εύκαμπτη. Την απασχολεί η λέξη και όλα αυτά που η λέξη γεννά, σημαίνει, δημουργεί στον νου του αναγνώστη. Χαρτογραφεί το κείμενο και το εξερευνά, ταιριάζοντας λέξεις διαφορετικής έντασης, τις οποίες εκτοπίζει από το αναμενόμενο πλαίσιό τους. Ετσι, η κάθε λέξη μεταμορφώνεται, αποκτά καινούργια κι αιφνιδιαστικά νοήματα. Το νόημα επαναδιατυπώνεται - που σημαίνει ότι το ποίημα απελευθερώνεται από τον ορισμό, κινδυνεύοντας διαρκώς να βρεθεί στο πεδίο της ασάφειας, του α-νόητου, στο white noise του μεταμοντέρνου κόσμου.

Είναι δύσκολο ν' αποφασίσει ο αναγνώστης «τι λέει το ποίημα», μιας και αυτό περισσότερο δείχνει προς τα κάπου, παρά λέει κάτι. Αυτός καλείται λοιπόν να πάρει την άκρη του νήματος που έπλασαν οι λέξεις και να συνεχίσει να το ξετυλίγει μόνος, πέρα από το ποίημα που μόλις διάβασε. Το σημαινόμενο του ποιήματος όχι μόνο δεν είναι ένα και μοναδικό, αλλά είναι συνειδητά φτιαγμένο έτσι ώστε να χωράει και να απαιτεί την προσωπική, ξεχωριστή ανάγνωση και ερμηνεία. Η ανάγνωση μετατρέπεται σε άμεσο κάλεσμα απόκρισης. Αλλιώς, το ποίημα δεν υπάρχει. Ή, πάντως, παραμένει βουβό (που σημαίνει: νεκρό).

Η ποίηση της Σούζαν Γκέβιρτζ είναι ποίηση κλειστή, εγκεφαλική και δύσκολη. Με προσεκτική, χειρουργική εργασία η ποιήτρια κατασκευάζει ψηφιδωτά λέξεων, φράσεων, εικόνων από σπαράγματα στιγμών, αναμνήσεων, αναγνωσμάτων, σκέψεων, συζητήσεων, εμπειριών. Πρόκειται για ποίηση πυκνή, ασφυκτική και συνάμα ιλιγγιωδώς απελευθερωτική.


δημοσιεύτηκε στο:
http://www.poema.gr/afieromatext.php?id=70&pid=