Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

(άτιτλο)

Μου λέγανε κάποτε για μια γριά. Πως καθάριζε φασόλια, τα έβραζε, τα έριχνε στο χώμα να σπορίσουν.

- Δε γίνεται έτσι. Μετά το βράσιμο δε βγάζουν φύτρα. Είσαι γραμματιζούμενος άνθρωπος εσύ. Μίλα της. Μπορεί και να ΄χει τρελαθεί. Να πρέπει να την κλείσουμε μες στο μαντρί.

Την είδα από μακριά. Σκουριασμένη, φαγωμένη από τη σκόνη και τον ήλιο. Στο πλησίασμά μου σήκωσε την γκρίζα κεφαλή της και είπε:

-Ήρθες λοιπόν.

Κάθησα στο πλάι της, στη σκιά μιας μουριάς.

-Είμαι η ..., πήγα να πω, μα μου έκανε να σωπάσω κι άρχισε να τραγουδά.

Θέλω φασόλια για χαρά
και όχι για φαγάκι.
Πριν να με χώσουνε στη γης
ν΄ αγαπηθώ λιγάκι.

Σήκωσε το βλέμμα της μέχρι τον δρόμο εκείνον που είχα βαδίσει να φτάσω ίσα με το σπιτικό της.

Ήρθε πριν μήνες δεκατρείς
από τον δρόμο εκείνο
άντρας ψηλός και όμορφος
και ήρθε να με πάρει.

Μου ΄πε να ψάξω φασολιές
να μάσω τα φασόλια
να βράζω σε καυτό νερό
μετά να τα φυτευώ.

Σαν γίνουν όλα φασολιές
θα πάρουμε το δρόμο.
Θα δω τον κόσμο απ΄την αρχή
νέα ξανά θα γίνω.

Βράζω πρωί βράζω νυχτιά
και θάβω τα φασόλια.
Θα έρθει μια μέρα ο καλός
κι ο δρόμος θα μας πάρει.

Κι έσκυψε ξανά και χάθηκε η ματιά της. Κι εγώ σώπασα και κοίταξα το δρόμο.

Μαζί καθαρίζουμε πια και βράζουμε και φυτεύουμε. Και περιμένουμε ακόμα. Μαζί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: