Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

δια κύριον Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι

Αγαπητέ Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι,

Είστε γνωστός σε όλους, πιθανότατα ακόμα και σ΄εκείνους που δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα βιβλίο σας, που γενικά δεν διαβάζουν λογοτεχνία.

Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέσκι, δεν θα χρειαζόταν να μιλήσω για την περίπτωσή σας, ούτε για τη δουλειά σας. Κλασσικός τόσο της ρωσσικής, όσο και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μελετημένος βαθιά και πλατιά, αγαπημένες, λατρεμένος, προφήτης, δάσκαλος, μαγικός. Δεν θα χρειαζόταν να μιλήσω για εσας, αν δεν είχα τόσο μα τόσο μεγάλο πρόβλημα με την ανάγνωση του έργου σας. Απλούστατα (;), δεν μπορώ να σας διαβάσω. Όχι μόνο δεν μπορώ να σας απολαύσω (να χαθώ στον κόσμο σας, δηλαδή), αλλά δεν μπορώ να σας διαβάσω.

Φυσικά και έχω προσπαθήσει. Φυσικά και μου λένε φίλοι ότι δεν γίνεται παρά να με συγκινεί το έργο σας, οι χαρακτήρες σας, η θεματολογία σας.

«Μήπως δεν έχεις επιλέξει καλή μετάφραση;», μου λέει η Μαρία, οπότε έψαξα να διαβάσω κι άλλη μετάφραση, μήπως κι εσύ σκοντάφτει η σχέση μου με τον Δάσκαλο. Διάβασα και στ' αγγλικά. Μάταιος κόπος.

«Ο Ντοστογιέφκι διαβάζεται παρέα με μολύβι. Σαν να κάνεις σοβαρή εργασία για το σχολείο. Αλλιώς τρελαίνεσαι και μόνο από τα ονόματα των διαφόρων ηρώων του. Who is who και γιατί όλοι αυτοί οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, κλπ. » , μου λέει ο Γιάννης. Αλλά αν είναι να διαβάσεις ένα μυθιστόρημα σαν σχολική εργασία, τότε για ποιον λόγο να το διαβάσεις; Αρκεί το ότι είναι «κλασσικός», «μεγάλος», «σπουδαίος»;

Καταλαβαίνω -υποψιάζομαι- το καλλιτεχνικό μέγεθος του έργου σας, αλλά δεν μπορώ να το προσεγγίσω. Δεν πρόκειται για δύσκολα κείμενα, αλλά για κείμενα τόσο γεμάτα που μπουχτίζω. Μπορεί να χαίρομαι να φάω ένα νόστιμο κομμάτι σπανακόπιττα, άντε δύο κομμάτια, αλλά όχι ένα ολόκληρο ταψί.

Φταίει η ανάγκη της εποχής μου για ευκολία και ταχύτητα; Όχι, δεν φταίει αυτό, γιατί έχω διαβάσει και λατρέψει τον Τζόις, και μάλιστα το "Finnegan's wake". Πόσο πιο δύσκολος από τον Τζόις μπορεί να είσαστε εσείς;

Μήπως δεν με αφορούν οι ιστορίες σας; Όχι, γιατί πώς να μην με αφορούν η πίστη, η ενοχή, η αγάπη, ο πόνος, ο φόβος, η αναζήτηση, το ψέμα, η αλήθεια, η ζωή;
Κάτι όμως συμβαίνει. Τί λοιπόν;
Η απάντηση είναι ότι δεν ξέρω.
Βοηθήστε με, παρακαλώ.

Θα αναφερθώ σε ένα συγκεκριμένο έργο σας: «Οι δαιμονισμένοι» (εκδόσεις Γκοβόστης, μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου). Πέρασα σχεδόν έναν μήνα προσπαθώντας να διασχίσω το τοπίο των Δαιμονισμένων σας. Δεν ήταν μάταιη η προσπάθειά μου, αλλά δεν ήταν ικανοποιητική. Εννοώ ότι κατάφερα να διαβάσω το βιβλίο, αλλά όχι να το απολαύσω.

Παραδέχεστε σε ένα γράμμα σας πως το γράψατε βιαστικά, υπό τις επείγουσες συνθήκες των γεγονότων που κατέκλυζαν τη Ρωσσία. Σκοπός σας ήταν να αφυπνίσετε τον ρωσσικό λαό αναφορικά με τους κινδύνους που είχαν αρχίσει να εισχωρούν στη χώρα σας. Σκοπός σας δεν ήταν να δημιουργήσετε ένα έργο τέχνης.

Άρα εγώ, εγώ ο σημερινός, μη ρώσσος αναγνώστης, πώς πρέπει να διαβάσω αυτό το μυθιστόρημα; Αν είναι μυθιστόρημα -άρα έργο τέχνης- θα πρέπει μάλλον να το διαβάσω με άλλες προσδοκίες από το αν είναι μανιφέστο-κήρυγμα. Είναι ιστορία; Είναι δοκίμιο; Είναι προσωπικές απόψεις (δόγμα) σας; Και, άραγε, έχουν αληθινά σημασία όλα αυτά; Είναι δυνατόν να είναι υπεύθυνη η ανάγκη για ταμπελοποίηση, που έχει φυτευτεί στο μυαλό μου, να είναι φταίει αυτή η τύπισσα που εγώ αδυνατώ να ορθώσω το βλέμμα μου για να συνομιλήσω μαζί σας;

Από τους «Δαιμονισμένους» αγάπησα ορισμένα διαλογικά κομμάτια, εκεί όπου χτίζετε τα ερωτήματά σας, χωρίς στην πραγματικότητα να φτάνετε σε απόλυτες αλήθειες, σε βεβαιότητες. Εκεί σας βλέπω αληθινά, σας καταλαβαίνω, νιώθω την ψυχή σας, την αγωνία σας.

Ωστόσο, πριν και μετά από αυτά τα ερώτηματα φύονται τόσες και τόσες και τόσες περιγραφές, ιστορίες μάλλον άσχετες, οι οποίες, όχι, δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν μία αίσθηση «όλου», αλλά κυρίως αποσπούν από εκείνα που έννοιαζαν τον δημιουργό. Το λέω αυτό, γιατί γνωρίζω πώς σκοπός σας ήταν πάντα να δημιουργείτε ένα ολοκληρωμένος σύμπαν (όχι στα πιο μικρής έκτασης κείμενά σας, βεβαίως).

Στη σημερινή εκδοτική και αναγνωστική πραγματικότητα θα μιλούσαμε πιθανότατα περί φλυαριών. Αν το κείμενο σας δεν ήταν 1000, αλλά 150 σελίδες -πυκνό, πυκνό, πυκνότατο- τότε ναι θα κατάφερνε στ΄αλήθεια να είναι μια γροθιά στο στομάχι του αναγνώστη, τότε ναι θα συνεχίζατε να πετυχαίνετε τον σκοπό σας.

Θα μπορούσατε να είχατε σπάσει το τότε κατεστημένο του τί είναι μυθιστόρημα και πώς αυτό γράφεται; Θα μπορούσατε να εκδώσετε εκτός εφημερίδας; Σας ένοιαζε; Μήπως νοιαζόμαστε πια πιο πολύ για τη φόρμα, παρά για το περιεχόμενο;


Όπως και να 'χει, ο τρόπος που λειτουργεί ο ανθρώπινος νους έχει πια αλλάξει. Ανήκω στη γενιά εκείνων που μεγάλωσαν με την τηλεόραση και το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Άραγε σημαίνει αυτό ότι δεν έχω την υπομονή, ησυχία, ικανότητα συγκέντρωσης που απαιτούν κείμενα όπως τα δικά σας; (Ο τεράστιος σε μέγεθος -βλέπε «τούβλο»- «’Ατλας του Ουρανού» του Ντέιβιντ Μίτσελ με ρούφηξε μέσα του. Άρα δεν είναι θέμα μεγέθους.)

Η ανάγνωση, νομίζω, είναι συνάντηση του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Συναντιούνται στο έργο που ο πρώτος δημιούργησε και που ο δεύτερος απόλαυσε. Αλλιώς συνάντηση δεν επιτυγχάνεται, όσο κι αν τα δύο μέλη το επιθυμούν. Και όχι δεν διαβάζουμε συγγραφείς επειδή είναι κλασσικοί. Τους διαβάζουμε επειδή επικοινωνούμε, μας δίνουν κάτι, κι εμείς με χαρά το παίρνουμε. Στα βιβλία που αγαπάμε ξαναδιαβάζουμε τη ζωή μας (ναι, τόσο εγωκεντρικά όντα είμαστε). Αλλιώς, ποιο θα ήταν το νόημα της οποιασδήποτε ανάγνωσης;

Φιοντόρ, υποκλείνομαι, ωστόσο. Είστε από εκείνους που δεν αντέχω να επισκέπτομαι συχνά. Με κουράζετε. Μετά από κάθε επίσκεψη μένω σαστισμένη. Ψάχνω μέσα στα λόγια σας να βρω εκείνα που με αφορούν.

Κάποτε ίσως βαδίσουμε μαζί. Θα σας αναζητήσω και πάλι. Το υπόσχομαι.

Μαίρη.

6 σχόλια:

ficciones είπε...

είχα διαβάσει κάποτε κάπου (καταπληκτικό ρέφερενς δεν μπορείς να πεις) πως ο Ντοστογιέβσκι δημοσίευε σε εφημερίδα και πληροωνόταν με το 'κομμάτι'. Αυτό εξηγεί - λένε οι κακές γλώσσες - τόσο τους όγκους, όσο και την ασυμβατότητα από ένα σημείο του βιβλίου σε άλλο, καθώς και τα αδιέξοδα και τους χαρακτήρες που δεν οδηγούν πουθενά.

Έχω ένα ενδιαφέρον πείραμα σχετικά με τον Ντοστογιέβσκι: Πρωτοδιάβασα σχεδόν όλα τα βιβλία του στα 17-18 μου. τον λάτρεψα όσο σπάνια έχω λατρέψει συγγραφέα. για πολλά χρόνια (δηλαδή σήμερα 20 χρόνια μετά) έχω ακόμη εικόνες και φράσεις και απόψεις των βιβλίων του στο μυαλό μου. Όμως πριν τρία χρόνια έκανα το 'λάθος' να ξαναδιαβάσω τους Αδερφούς Καραμαζόφ που στην πρώτη ανάγνωση τους θεωρούσα αριστούργημα. Θα το πιστέψεις πως με άφησαν εντελώς κρύο στην δεύτερη; Έχω πολλούς λόγους που μπορούν να εξηγήσουν αυτήν την ριζική διαφορά. Η απογοήτευσή μου όμως δεν συγκρίνεται με τίποτε...

mairi alexopoulou είπε...

Αγαπητέ ficciones, καταλαβαίνω απόλυτα αυτό που λες, όπως άλλωστε φαίνεται από το post. Έχω διαβάσει αρκετά μυθιστορήματα (εννοώ τα μεγαλύτερου μεγέθους και όχι πχ Το Υπόγειο) του Ντοστογιέφσκι. Το συναισθημά μου είναι πάντα το ίδιο: σπουδαίος, μεγαλοφυής δημιουργός, αλλά με μπαφιάζει, βαριέμαι πολλά πολλά πολλά κομμάτια του κλπ.

Σίγουρα παίζει ρόλο ο τρόπος που εξέδιδε (εφημερίδες, σε μέρη), αλλά και το ότι βιοποριζόταν από το γράψιμό του. Αν συνυπολογίσεις σ΄αυτό την μεγάλη του ανάγκη να μην χάσει χρόνο, να μιλήσει ΤΩΡΑ ΤΩΡΑ για τα προβλήματα που αυτός εντόπιζε στο λαό και τον καιρό του, τότε καταλαβαίνεις ίσως τί γέννησε αυτά τα έργα.

Ωστόσο, δεν παύει να μου θυμίζει τον δάσκαλο που ναι μεν θαυμάζω, ο οποίος όμως μάλλον θέλει να φυτέψει τις απόψεις του στο κεφάλι μου, παρά να με μάθει να σκέφτομαι για τον εαυτό μου.

ειρηνη είπε...

θα διαφωνήσω μαζί σας ..
ιδιαίτερα για τους Δαιμονισμένους ..
δεν έχει ανάγκη τη δική μου υπεράσπιση ο Ντοστογιέφσκι έτσι κι αλλιώς, όμως ακριβώς αυτό που εσάς σας στέρησε, την οικειότητα, το αίσθημα ότι μιλάει μέσα σας, εμένα μου το' δωσε απλόχερα. .κι όχι μόνο στους Δαιμονισμένους, αλλά και στον Ηλίθιο και στο Έγκλημα κια τιμωρία και στον Παίχτη και σε τόσα άλλα.

Θα διαφωνήσω και με το προηγούμενο σχόλιο ..κι εγώ πρωτοδιάβασα Ντοστογιέφσκι στην εφηβεία μου..ξαναδιάβασα τώρα στα τριανταπέντε..όχι μόνο δεν τον απομυθοποίησα αλλά θα έλεγα ότι τώρα κατάφερα να τον νιώσω αληθινά δικό μου..

mairi alexopoulou είπε...

Ειρήνη, σ΄ευχαριστώ για το σχόλιο. Οι περρισότεροι φίλοι/αναγνώστες είναι της δικής σου άποψης. Μπορώ να δια(να)γνώσω τη λογοτεχνική ευφυία του Ντοστογιέφκι, αλλά δεν μπορώ να επικοινωνήσω μαζί του, παρά σε ελάχιστες σελίδες από τα βιβλία του. Γενικά έχω «πρόβλημα» με τους ρώσους. Το καλοκαίρι διάβασα την Άννα Καρένινα. Ο Τολστόι είναι πιο κοντά στους συγγραφείς που με αφορούν, κυρίως επειδή αφήνει ανοιχτά ενδεχόμενα, επειδή δε νιώθω να μου κάνει μάθημα.

Σε κάθε περίπτωση είναι μεγάλη χαρά για μένα να ανακαλύπτω πόσες διαφορετικές αναγνώσεις υπάρχουν. Είναι μία απ΄τις απολαύσεις της τέχνης, της ζωής.

(Πάντως δεν τον έχω εγκαταλείψει τον Φιοντόρ. Σίγουρα θα επιστρέψω.)

ειρηνη είπε...

Αν θέλεις μπες στη σελίδα μου και διάβασε τη δική μου άποψη για τους Δαιμονισμένους ,καθώς και κάποια αποσπάσματα που ξεχώρισα .Το διάβασα απ' τις εκδόσεις Ίνδικτος αρχές καλοκαιριού. Στο λέω γιατί η κριτική σου στηρίχτηκε κυρίως στους Δαιμονισμένους και - σου μιλάω ειλικρινά- με ενόχλησε. Κι αυτό γιατί ειδικά αυτό το βιβλίο μου αποκάλυψε έναν Ντοστογιέφσκι πολύ κοντά μου. Όταν το τέλειωσα, κοίταξα πολλή ώρα τη φωτογραφία του και συνομίλησα μαζί του..αυτό που εσένα σου αρνήθηκε - στο ξαναλέω- εμένα μου το χάρισε απλόχερα.

mairi alexopoulou είπε...

Κι εμένα με ενοχλεί («παραξευνεύει» θα ήταν πιο σωστό να πω) το ότι οι Δαινονισμένοι δεν με ρούφηξαν μέσα τους. Ο Σταβρογκιν είναι ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟΣ χαρακτήρας. Έχει να αντιμετώπισει όλα τα ερωτήματα που με βασανίζουν κι εμένα, ενώ κι αυτός αποτυγχάνει να βρει ικανοποιητικές απαντήσεις (με την έννοια ότι δεν οδηγείται στη γαλήνη, στο νόημα - αν υποθέουμε ότι αυτά είναι στόχοι ζωής). Ο Ντοστογιέφσκι ξέρει να λέει ιστορίες και να στήνει χαρακτήρες. Γίνεται ωστόσο πολύ συχνά φλύαρος - για μένα. Εκεί που με έχει απογειώσει, με χάνει. Ίσως επειδή τα κείμενά τους έβγαιναν τμηματικά σε εφημερίδες, οπότε κάποιες επαναλήψεις ήταν αναγκαίες για τους τότε αναγνώστες του.

(χαίρομαι που το κείμενό μου σε οδήγησε να μου γράψεις. Αυτό σημαίνει συνάντηση μέσω της λογοτεχνίας. Σ΄ευχαριστώ ειλικρινά.)