Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

«Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου

«Οπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.»

Πώς να γράψει την ιστορία του ανθρώπου ο ποιητής των παραπάνω λέξεων; Πώς ο μεταφραστής των ρώσων κλασσικών; Πώς ο κομμουνιστής που διαγράφηκε από την αριστερά, για να περάσει όμως σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του εξόριστος ως κομμουνιστής; Πώς να ακονιστούν οι λέξεις; Αργεί. Αργεί. Τ΄ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο. Μαχαίρι. Αργεί. Μα αν είναι σκοπός δικός σου το μαχαίρι δουλεύεις, δουλεύεις, αγωνιάς και κάποτε -αν είσαι τυχερός- βρίσκεις το λεξικό σου.

Ο ποιητής είναι ο Άρης Αλεξάνδρου. Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, έρχεται με τους γονείς του το 1928 και εγκαθίσταται αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. Αποτυγχάνει σε όλα τα πρώιμα νεανικά του σχέδια, όπως θα συνεχίσει να αποτυγχάνει κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του. Σε ένα μόνο πετυχαίνει απόλυτα. Σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει ηθική, δηλαδή στην προσωπική ευθύνη του καθενός μας απέναντι στις επιλογές, μικές και μεγάλες, που καλούμαστε να κάνουμε στο πιο ελάχιστο βήμα της ζωής μας.

«Το Κιβώτιο». Καλοκαίρι του 1949. Τέλη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Μια ομάδα επίλεκτων, εθελοντών κομμουνιστών, αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας μια επιχείρηση η οποία δύναται να κρίνει την έκβαση του πολέμου. Ένα κιβώτιο, αγνώστου περιεχομένου, πρέπει να μεταφερθεί μυστικά και ταχύτατα από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Καθημερινά στέλνονται οδηγίες από το αρχηγείο, σχετικά με την πορεία που οι εθελοντές καλούνται να ακολουθήσουν. Όποιος τραυματίζεται, κυανίζεται. Όποιος σκοτώνεται, καλώς έχει. Όποιος προδίδει, εκτελείται. Δυο μήνες θα διαρκέσει η πορεία: μέσα Ιουλίου - μέσα Σεπτεμβρίου του 1949. Ο μοναδικός επιζών - και αφηγητής - ολοκληρώνει την πορεία και παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους. Όταν το ανοίγουν διαπιστώνουν ότι το κιβώτιο είναι άδειο. Ο αφηγητής συλλαμβάνεται, κλείνεται στη φυλακή, από την οποία αρχίζει να στέλνει καθημερινά γραπτές απολογίες. Οι απολογίες αυτές είναι το κείμενο που εμείς, οι αναγνώστες, διαβάζουμε.

Αυτό είναι το στόρυ του βιβλίου. Αλλά εδώ μιλάμε για ένα μυθιστόρημα γραμμένο από ποιητή. Για ένα μυθιστόρημα που το στόρυ του δεν μας λέει σχεδόν τίποτα για το τί πραγματικά συμβαίνει σ' αυτήν την ιστορία. Μελετητές έχουν ήδη χαρακτηρίσει «Το Κιβώτιο» ως αντιμυθιστόρημα. Και πράγματι είναι, με την έννοια ότι δεν χωράει σε συγκεκριμένα, προκαθορισμένα καλούπια. «Το Κιβώτιο» στέκει αυτόνομο, αυτόφωτο και συμπαγές μέσα στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας.
Λένε ότι «Το Κιβώτιο» μοιάζει καφκικό. Ένας ήρωας, όργανο μίας σιωπηλής εξουσίας, εκτελεί εντολές απλές και σαφείς, μα μάλλον α-νόητες. Ο ήρωας χάνεται μέσα στο λαβυρινθώδες ταξίδι στο οποίο τον οδηγεί η εν λόγω εξουσία. Χάνει την ταυτότητά του, το σκοπό του, σύντομα χάνει και τα μυαλά του. Ο ήρως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας σύγχρονος νεαρός, έγκλειστος κάποιο ψυχιατρείου, από τον ανώνυμο θάλαμου του οποίου απολογείται για εγκλήματα τα οποία ίσως ποτέ δεν διέπραξε. Θα μπορούσε βέβαια να είμαι εγώ ο ήρωας αυτός. Ή και εσύ. Ή και ο καθένας μας.

Το ιστορικό πλαίσιο όπου τοποθετείται η ιστορία είναι μάλλον σχηματικό. Εννοώ ότι δεν είναι απαραίτητο να συνέβει η ιστορία τότε. Θα μπορούσε να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιονδήποτε τόπο. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που τα "πραγματικά" γεγονότα λίγο μας αφορούν, αν και ο Αλεξάνδρου είναι ιδιαιτέρως ακριβής αναφορικά με ημερομηνίες, τοπωνύμια, χάρτες, ιστορικά πρόσωπα και αναφορές.

Σημαντικό στο χτίσιμο της ήσυχης παράνοιας του «Κιβωτίου» είναι το τοπίο, ή μάλλον η έλλειψη αυτού. Ενώ η διαδρομή του κιβωτίου συμβαίνει σε εξωτερικούς χώρους, αυτοί απουσιάζουν παντελώς από το βιβλίο. Ελάχιστες περιγραφές στοιχείων του φυσικού τοπίου δίνονται. Το πολύ μια ντοματιά, ένα σκορπιός, ένα δέντρο. Ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο για να προχωρήσει η δράση. Όλα τα άλλα πετιούνται από τον αφηγητή χωρίς δεύτερη σκέψη. Όλα τα άλλα δεν τον απασχολούν.

Νομίζω ότι το κλειδί για να προσεγγίσει κανείς το «Κιβώτιο», για να το δει πέραν της δαιδαλώδους αφήγησης, είναι εκείνο που ο ίδιος ο ήρωας μας δίνει, αναπτύσσοντας τη θεωρία του σχετικά με το Οιδίποδα και τη βιογραφία αυτού. Ο Οιδίποδας γνώριζε τη μοίρα του, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει αυτής, γνώριζε ότι θα σκότωνε τον πατέρα του. Μία θα ήταν λοιπόν η ηθικά ορθή στάση: η αυτοκτονία. Η δικαιολογία ότι τάχα έφυγε από τον τόπο του, ότι άλλαξε τη ζωή του προκειμένου να αποφύγει το πεπρωμένο, δεν είναι αποδεκτή από την αφηγητή του «Κιβωτίου». Επιμένει, πως η μόνο λύση θα ήταν η αυτοκτονία. Κανείς δεν είναι ανεύθυνος των πράξεών του. Ο καθένας μας φέρει μία προσωπική ευθύνη απέναντι σε όλα μα όλα όσα του συμβαίνουν. Για τίποτα δεν φταίνε οι άλλοι, το σύστημα, οι εντολές, η ιδεολογία, η μοίρα ή ο,τιδήποτε άλλο μπορούμε να σκαρφιστούμε. Είμαστε πιο ελεύθεροι από όσο νομίζουμε, αφού πάντοτε μπορούμε να επιλέξουμε να φύγουμε από ότι θεωρούμε λανθασμένο. Ο ίδιος ο ήρωας καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα, για να δει ξεκάθαρα ότι το οικοδόμημα στο οποίο στήριξε όλη του τη ζωή και χάρις στο οποίο μπόρεσε να επιβιώσει συναισθηματικά, αυτό το οικοδήμα είναι όχι μόνο σαθρό, αλλά μη υπαρκτό. Ίσως γι' αυτό να ολοκληρώνει τις καταθέσεις του με ένα ερωτηματικό. Σαστισμένος μπροστά στο καθαρό κενό, με όλες του τις βεβαιότητες ακυρωμένες, δεν έχει πια καμία απάντηση.

Ο Αλεξάνδρου πρέπει να ήξερε ότι είχε δημιουργήσει ένα σημαντικό έργο. «Το Κιβώτιο» στέκει καθαρό και δυνατό, αυτόφωτο. Σαν μία στιγμή επιφοίτησης, σαν το ελάχιστο εκείνο δευτερόλεπτο που κανείς τολμά να δει πραγματικά. Δεν αντέχει ο άνθρωπος το παραπάνω. Είναι βάρυ το φορτίο. Ο Αλεξάνδρου προσπάθησε να γράψει πεζό και μετά το «Κιβώτιο». Φοβήθηκε ότι οτιδήποτε επόμενο θα ήταν κατώτερο, που σημαίνει ότι δεν θα είχε λόγο να υπάρξει. Ούτως ή άλλως, τον βρήκε ο θάνατος. Μα η πιο λαμπρή φωνή της ζωής του θα είναι πάντα παρούσα δίπλα μας, έτοιμη να μας δείξει έναν τρόπο να πορευτούμε στην ολόδική μας ζωή. Είναι μεγάλη η χάρη που του χρωστάμε. Εμείς και όλοι οι μελλοντικοί αναγνώστες, και άνθρωποι.
Το παρόν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό γραμμάτων και τεχνών «Βακχικόν» (www.vakxikon.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια: