Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012
Βόλτα σε μια Αλεξάνδρεια
Στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις.
Αφήνω το ποίημα στην άκρη,
ανάβω το κερί
κι ευθύς γεμίζω αγάπη.
Έρωτας είναι, ποιητή!
Κι είναι αυτός ο δρόμος
να φθάνω σ' άλλη πόλι.
Παρασκευή 17 Σεπτεμβρίου 2010
Ήσυχη
Πίνουμε το κρασί, τη μπύρα, το νερό
τρώμε το φαγητό μας, γελάμε, φιλιόμαστε, μιλάμε.
Οι σπόροι που φυτέψαμε στον κήπο μας πέρυσι, άρχισαν να βλασταίνουν.
Φέτος θα ανθίσουν.
Παίρνουμε βαθιές ανάσες
-το φούλι κι ο βασιλικός-
και δίνουμε βαθιές αγκαλιές
και μοιραζόμαστε νέα προηγούμενων ημερών.
Μιλάμε όλη νύχτα, με χαμηλές φωνές, ψιθύρους, αργά.
Αργά τα ξημερώματα
είναι η κούραση γλυκιά και τρυφερή.
Γαλήνιος πας για ύπνο.
Εγώ φτιάχνω καφέ και πάω στο γραφείο μου.
Έχω ποιήματα να γράψω.
Ποιήματα πρέπει να γραφτούν.
Κρατάω το στιλό
ψάχνω τις λέξεις
μία πρώτη λέξη, κάτι
ο,τιδήποτε.
Το δωμάτιο είναι σιωπηλό.
Το τραπέζι είναι σιωπηλό.
Η καρέκλα είναι σιωπηλή.
Το χαρτί μένει λευκό. (Είμαι άδεια.)
Το χαρτί μένει λευκό. (Είμαι γεμάτη.)
Σβήνω το φως.
Χώνομαι στο κρεβάτι μας.
«Δε θα γραφτούν ποιήματα», μονολογώ χαρούμενη.
Και ήσυχη,
κοιμάμαι
Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010
Σήμερα
Δε φοβάμαι. Καθόλου. Ούτε τόσο δα.
Σήμερα σε κρατάω σφιχτά.
Είσαι όμορφος. Είσαι.
Σήμερα δεν πονάω.
Λιγάκι μόνο. Όσο για να μην ξεχνώ.
Όλο γελάω σήμερα.
Ήσυχα. Σιωπηλά. Μαλακά.
Δεν έχει συζητήσεις σήμερα.
Ούτε εξηγήσεις.
Σήμερα φοράω τα καλά μου.
Κι έρχομαι να σε βρω.
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
φλου

Αυτό το σπίτι έχει χαραγματιές στα βλέφαρα. Στα πόδια του στάζουν πληγές. Στα χέρια μαχαιριές αόρατες σχεδόν αλλά ωστόσο που πονούν. Δεν έχει κουρτίνες γιατί δεν έχει παράθυρα. Δεν έχει κάσες γιατί δεν έχει πόρτες. Με περιέχει. Ακούω ψίθυρους. Φτάνουν εδώ μασκαρεμένοι. Φέρνουνε κάποιο μήνυμα μα δεν αντέχω να το αποκρυπτογραφήσω. Το σπίτι αυτό δεν έχει θεμέλια. Ίδιο μπαλόνι το κρατάς ψηλά να μην σου φύγει.
Πέμπτη 15 Απριλίου 2010
χαΙκού

Σοφός ποιητής.
Κουνούπι ζουζουνίζει.
Φαγούρας ωδή.
-----------------------------------------------------------------
Σκοινί στην πόρτα.
Μπαμπάς την κλείνει μ' ορμή.
Βγαλμένο δόντι.
-----------------------------------------------------------------
Κόκκινη βούρτσα.
Βουβή μια τρίχα πέφτει.
Φαλάκρας τρόμος.
-----------------------------------------------------------------
Μωβ χαρταετός.
Κεραυνός εν αιθρία.
Ψήνονται τρίχες.
-----------------------------------------------------------------
Eνα άσπρο φως.
Γιατρός που ψιθυρίζει.
Το χιόνι πυκνό.
-----------------------------------------------------------------
Ανθίζει γλάστρα.
Ερωτεύομαι πάλι.
Oλα γίνονται.
-----------------------------------------------------------------
Μαύρο λουστρίνι.
Αίμα κεφαλής ίππου.
Σούπερ-μαφιόζος।
-----------------------------------------------------------------
Οι πρώτες βροχές.
Aγραφο τετράδιο.
Κουδούνι χτυπά.
-----------------------------------------------------------------
Πράσινη κάμπια.
Φύλλο μηλιάς τρυπάει.
Φύσημα δέντρου।
-----------------------------------------------------------------
Eντεκα μέτρα.
Παίχτης κλοτσά τη μπάλα.
Οργή οπαδού.
-----------------------------------------------------------------
Παλιά φυλακή.
Πιες κώνειο, γλυκέ μου.
VIP σοφός.
-----------------------------------------------------------------
Μότσαρτ και μήλα.
Eνα χορτάτο μωρό.
Hσυχες μέρες.
-----------------------------------------------------------------
δημοσιεύτηκαν στο:
http://www.e-poema.eu/poem.php?id=257
Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010
Ηλεκτρονική Πίπη

Πώς τις κάνεις αυτές τις ολοκόκκινες
κοτσίδες να στέκονται τόσο περήφανες
ενάντια στη βαρύτητα; Πώς σηκώνεις
με γαλήνια ευκολία άσπρα άλογα
πάνω απ΄το κεφάλι σου;
Πλένεις τα πόδια σου συχνά; Αυτά τα τεράστια
μυτερά παπούτσια σε βαραίνουν;
Μισείς τις φακίδες σου;
Πώς είναι ο πειρατής πατέρας σου;
Σε τί περιπέτειες να είσαι τώρα μπλεγμένη;
Έχω χρόνια να σου μιλήσω να σε δω. Άκουσα
πριν μέρες τυχαία το τραγούδι σου
εκείνο που σιγοτραγουδούσα
κι εγώ κάθε φορά που σε έβλεπα
σε κάποια ταινία. Χαμογέλασα
και τρόμαξα που είχα αφήσει τα χρόνια
να περάσουνε χωρίς
να σου μιλήσω να σε σκεφτώ.
Έχεις γίνει πια ηλεκτρονική και με τρομάζεις.
Γι΄αυτό δεν εμφανίζεσαι πλέον στα όνειρά μου;
Γι΄αυτό μοιάζουν οι λέξεις μου τόσο ώριμες και σοβαρές
ανοησίες;
Πίπη με τις μακριές σου κάλτσες και τη φακιδένια μύτη
με βλέπω στον καθρέφτη κι αναρωτιέμαι
αν πέθανε ποτέ κανείς από χάσιμο παιδικότητας.
Τρίτη 9 Μαρτίου 2010
Οικιακές εργασίες
φάρδυνα
όταν ήρθες
μια αμυγδαλιά φύτεψα
μια βρύση άνοιξα
μια μπουγάδα άπλωσα
την πόρτα
στένεψα
να μη χωρά να φύγεις.
Πέμπτη 4 Μαρτίου 2010
Προσοχή! κατεδαφιζόμεθα
Τρίτη 2 Μαρτίου 2010
Βγες λιγουλάκι έξω
εσύ, σ΄εσένανε μιλάω
που κάνεις λάντζα
εεεεεεε!!!!!!!
δε μας βλέπεις τους δρόμους; γεμίσαμε σκουπίδια
δε μας βλέπεις τα παγκάκια; γεμίσαμε σκουπίδια
δε μας βλέπεις τις βιτρίνες; γεμίσαμε σκουπίδια
και τα πιάτα τις τσάντες τα μπαούλα
τις καρδιές δεν μας βλέπεις
που βρωμάμε;
Μωρή κυρά, καθάρισε λιγάκι κι εδώ χάμω!
Δεν είναι μόνο να καθαρίζεις το πάτωμα του σπιτιού σου.
Το έχεις πεντακάθαρο το πάτωμα του σπιτιού σου.
πλένεις και ξαναπλένεις
αρωματίζεις κι αερίζεις
διακοσμείς κι ανακαινίζεις
λάμπει!
Λάμπει το σπίτι σου, ωρέ.
Καθάρισε και δώθε.
Πέμπτη 28 Ιανουαρίου 2010
λεξούλες (2)
Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010
λεξούλες
Σου φέρνω. Μου φέρνεις.
Σου παίρνω. Μου παίρνεις.
Σ΄αγαπώ. Μ΄αγαπάς.
Κλαις. Κλαίω.
Γελάς. Γελάω.
Είμαι. Είσαι.
Είσαι. Είμαι.
Σε ψάχνω. Με βρίσκεις.
Μιλάω. Ακούς.
Ζω. Ζεις.
καρδία-διακονία
σχέση-χαρά
ελευθερία-δημιουργία
αγάπη
αγάπη
αγάπη
- Έλα!
Έρχομαι!
Τρίτη 15 Δεκεμβρίου 2009
Κλήση

Ωωωωωω Οφηλία!
βρωμάει κάτι σάααααααααααπιο
σάπιοΣάπιοΣάπιο
εδώ
για φέρε μου το ΑΖΑΧ
«άντε!» σου λέω να τιναχτείς - σηκωθείς - κουνηθείς - καθαρίσω
Βλέπω, Οφηλία,
πόσο το ψυγείο είναι ένα ______________
γεμάτο φως (ηλεκτρικό)
σοκολάτες μήλα μπύρα τυρί ντομάτες + + + κλπ
πού είναι το νερό σου;
«άναψε το φως» (δείξε μου) δείξε μου
«καθάρισε κι εδώ» λιγάκι η χώνεται στο πόδι μου ανάμεσα
(σφουγγαρίστρα)
ανάμεσα στα δυο μου πόδια χώνεται βαθιά «κι εκεί
κι εκεί» να καθαρίσει λίγο «έτσι»
δείξε μου το πώς: άναψε το φως
να με ξέρεις και να μ' αγαπάς (θέλω)
να σε κατασπαράξω να σε ____________ (θέλω)
(θέλω) (είμαι)
ρουφάω όλα σκόνη σσσσσς.....
δεν στη φασαρία ακούω
«έλα»
πια έλα σε ναι σε περι-
μένω
χά-νω & λέξεις & έξεις + χάνω + = σιωπή
σου σιω....
4. πού
5. πώς
12. πότε
αν μ'αγαπάς για πάντα;
θα μ'αγαπάς για πάντα;
Nα μ'αγαπάς για πάντα.
(Δημοσιεύτηκε εδώ: http://www.e-poema.eu/poem.php?id=241 )
Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009
ιστορία αγάπης
μπαινόβγαινε
αποτοξινώσεις, φυλακές, νοσοκομεία.
Όταν πέθανε
οι γονείς του
άρχισαν να ζουν.
Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009
Αίμα
να σ΄ αγκαλιάσουν όχι
όχι όπως εγώ θέλω αλλά όπως εσύ
χρειάζεσαι τώρα επειγόντως Ξετυλίγω
τη ρόμπα βγάζω το βυζί να σε ταϊσω Ψάχνω
τραγούδια να σου μάθω την ομορφιά
Δίνω το δείκτη μου στο στόμα σου
να τον δαγκώσεις να ματώσει να ανακουφιστούν τα ούλα Τρομάζεις
"μην κλαίς... μαζί για πάντα"
αρπάζεσαι απ΄τη φτέρνα μου
μυρίζεις το στόμα μου
σιχαίνομαι τα σάλια σου το λαβωμένο σου κορμί το μπλαβινιασμένο
σιχαίνομαι τους αφρούς τη βρώμα τη σαπίλα σου
σιχαίνομαι την πρέζα τον αρρώστια τη μανία σου
σιχαίνομαι εμένανε που μ΄ακουμπάς που μου ζητάς
να σ΄αγαπήσω
σιχαίνομαι σου δίνω ό,τι μπορώ
σου δίνω ό,τι αντέχω θέλω
να είμαι άνθρωπος (για μένανε το κάνω)
γάλα κουβέρτα αγάπη δίνω
"μαζί μαζί για πάντα" λέω
[...]
166 : έχουμε πολλά περιστατικά
εγώ: ελάτε γρήγορα!
οι μελλοθάνατοι - εμείς
σειρήνα φτάνει
σειρήνα φτάνει
κρατήσου φτάνει
φτάνει
το ασθενοφόρο
φορείο νοσοκόμοι
αδιάφοροι (τη δουλειά τους κάνουνε. πόσα θα έχουνε δει. υπόθεση ρουτίνας)
φεύγεις
μόνη στο πεζοδρόμιο
μένω
προσεύχομαι
για μας
Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2009
Το μπορντέλο μου
και τώρα εσύ τις κοιτάς μ' αδιαφορία
αμάν πια ο κυβισμός!
αγκαλιάζει το χέρι σου τη μέση μου
με φέρνεις πιο κοντά σου μυρίζει
η ανάσα σου κακάο
έξω κάνει κρύο - στο MoMA είναι ζεστά
γεμίζεις τα χείλια σου τα χείλια μου
πάμε στις τουαλέτες λες
χαμογελάω προχωράμε έτσι με το φιλί μας.
Εκείνες περήφανες μένουνε πίσω.
Όταν ξαναντυθήκαμε
μάθαμε πως «στην πορεία των σχεδιασμάτων για τις Δεσποινίδες
οι αριθμοί των μορφών λιγοστεύουν
από επτά σε έξι και τελικά σε πέντε.
Οι εραστές σταδιακά εξαφανίζονται, ή περνάνε
σε ένα άλλο επίπεδο, πιθανόν το δικό μας, των θεατών.»
Είχαμε συμπληρώσει
το έλλειμμα.
Υ.Σ.Ο Πικασσό αποκαλούσε τον εν λόγω πίνακα "mon bordel". Ο τίτλος "Οι Δεσποινίδες της Αβινιόν" δώθηκε από τον επιμελητή της πρώτης έκθεσής τους.
Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009
Δρεπάνι
Προσοχή! Δεν κλαίμε στις κηδείες ούτε φωνάζουμε • είμαστε ευγενείς.
Προσοχή! Στα κόλυβα βάζουμε σταφίδες και αμύγδαλα • γίνονται νόστιμα.
Εκτός από σταφίδες βάζουμε και: γαρύφαλο, καρύδια, φουντούκια, ρόδι, μαϊντανό, κύμινο, σουσάμι ΑΛΛΆ
πρέπει να βράσουμε πρώτα το σιτάρι ως να σκάσει. Το πλένουμε να φύγει η γλίτσα, το βάζουμε στο τρυπητό, παίρνουμε σεντόνι καθαρό κατάλευκο
Φοβάμαι να το βράσω - Δεν είναι δικιά μου η δουλειά αυτή
Δεν
είναι
δικιά μου
η δουλειά
εί-πα!
Εγώ έταξα μονάχα να ποτίζω
τα λουλούδια σου όλα του κήπου σου.
Κάλλιο να τα γαργάλαγα.
Τότε θα ήσουν.
Ή μάλλον δεν θα ήσουν.
Κάτι έκανα λάθος.
Αν το έκανα σωστά θα ήτανε ακόμα - ζωντανά όχι
στο βάζο - θερισμένα.
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009
Παραμύθι
Μία φορά κι έναν καιρό
οι ντόπιοι στήσαμε χορό
επάνω στα αλώνια.
Ήρθε ευθύς ο γείτονας
έφερε την κυρά του
'κείνη με τα βαριά βυζιά
που 'ταν γεμάτα αγάπη.
Στραγγίξαμε το γάλα της
κόψαμε το λαιμό της
ρουφήξαμε το αίμα της
μετά τα κόκκαλά της.
Ούτε στιγμή δε γκρίνιαξε
μόνο χαμογελούσε
όσο τραχιά τα δόντια μας
γλείφαν τη νοστιμιά της.
- Εχόρτασα!, ξεφώνισε γουρουνοποδαρούσα.
- Κι εμένα η μπάκα φούσκωσε, κρόασε ο καμπούρης.
- Φέρτε κρασιά! Φέρτε βιολιά! Να ανάψουμε το γλέντι!
Σπάσαμε τα τακούνια μας
στα βήματα του μπάλου
του τσάμικου, της ζεμπεκιάς
μα και του βαλς, καρδιά μου.
Αέρινα τα βήματα
σαν να 'μασταν αγγέλοι
ο αχαμνός ο καραφλός
η βοϊδομάτα σκύλα
ο λιπαρός χοντρομπαλάς
και η βλογιοκομμένη.
Χωνέψαμε τα κρέατα
που λιώναν στα στομάχια
κι όλοι μαζί με μια φωνή
κράξαμε «θέλω κι άλλο!».
Πήγε λοιπόν ο φούρναρης
ο ξακουστός κυρ-Τάκης
κι έφερε την κοράκλα του
να φτιάξουμε στιφάδο.
Κοφίνια καθαρίσαμε
αμέτρητα κρεμμύδια
βρωμίσανε τα χέρια μας
δακρύσαν τα όμματά μας.
- Υπομονή δύο λεπτά
και θα σας τη σερβίρω!
- Νόστιμη που 'ναι η κόρη σου!
- Σαν τα ψωμία σου φρέσκια!
- Μπράβο κυρά Καλλιόπη μας
που χάμωσες τον Τάκη
να βγάλεις τέτοιο θάμα.
Μεσάνυχτα
χαράματα
μεσάνυχτα και πάλι
σαν φάγαμε σιγά-σιγά
ένα-ένα τα κοράσια
διαλέγοντας προσεκτικά
μόνο τα πιο ωραία.
Κι όσο γεμίζαν τ' άντερα
ζαχαρωμένα χείλη
νερατζοφιλημένα αυτιά
και μάγουλα ροδάτα
έφτιαχνε η κοψιά μας
έσταζε η λαλιά μας
ροδόσταμο και μέλι
έστρωνε εμάς η μούρη μας
ξάνθαιναν τα μαλλιά μας
φούσκωναν τα γλουτάκια μας
γέμιζαν τα καυλιά μας.
Αχ, να 'σουνα εκεί
να 'βλεπες τη γιορτή μας
να 'λεγες «στην υγειά σας!»
και «πάντα τέτοια, βρε παιδιά!».
Τώρα που ακούς τα λόγια μου
μη φοβηθείς, μην τρέξεις
και μη βιαστείς τάχα να πεις
πως είμαστε φονιάδες
μην πηλαλάς στο δικαστή
να μας κατηγορήσεις.
Η φάρα μας είναι καλή
εργατική και τίμια
μα όσα και να έχουμε
θέλουμε αυτό που λείπει.
Όλα μας τα δωσε ο Θεός
εκτός από το κάλλος.
Κι αφού το ξέρουμε καλά
απ΄ τους αρχαίους μύθους
γρήγορα πως ο άνθρωπος
γίνεται αυτό που τρώει...
Θέλεις την ωραιότητα;
Φάε καμιάν ωραία.
Θέλεις την αθωότητα;
Φάε καμιάν αθώα.
Θέλεις να γίνεις ποιητής;
Φάε τους ποιητάδες.
Τρίτη 14 Ιουλίου 2009
Το κόκκινο πουλόβερ
Χρειάζομαι όμως κάποια δευτερόλεπτα ακόμα για να διαπιστώσω ότι δε γνωρίζω τη γυναίκα αυτή. Ποια είναι;
- Κουρασμένη φαίνεστε, κυρία Άννα.
Είναι η Ντίνα η καθαρίστρια. Προφανώς μόλις έφτασε στην εταιρεία, αφού φοράει ακόμα το τζιν της κι ένα κόκκινο πουλόβερ. Ένα κόκκινο πουλόβερ. Έχω κι εγώ το ίδιο ακριβώς πουλόβερ. Περίεργο. Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι η Ντίνα κι εγώ έχουμε το ίδιο γούστο. Σχεδόν δεν θα φανταζόμουν ότι έχουμε τις ίδιες ανάγκες. Γιατί;
- Κουρασμένη φαίνεστε.
Πρώτη φορά τη βλέπω με τα δικά της ρούχα. Μέχρι τώρα ήξερα να αναγνωρίζω την παρουσία της από τις ελαφριές της κινήσεις καθώς έρχεται να καθαρίσει τα γραφεία μας από τους καφέδες και τα άχρηστα χαρτιά που γεμίζουν τους κάδους. Και φυσικά, φυσικά, από εκείνην την απαίσια στολή που την αναγκάζουν να φοράει. Μία ρόμπα-ποδιά σε σκούρο μπλε κι ένα μαύρο παντελόνι.
Αν ήταν δυνατόν να της δίνουν κάποια μπέρτα να την κάνει αόρατη μετά χαράς θα το έκαναν. Το παν είναι να μην ενοχλούνται οι υπάλληλοι, να μην υπάρχει κάτι να τους αποσπάσει την προσοχή από τη σοβαρή εργασία τους. Η καθαρίστρια δεν είναι υπάλληλος.
- Να μην κουράζεστε τόσο πολύ.
Πρώτη φορά βλέπω τη Ντίνα με το κόκκινο πουλόβερ το ίδιο με το δικό μου. Είναι σχεδόν ωραία. Σίγουρα πιο όμορφη από εμένα. Αλλά ποιος νοιάζεται τώρα γι΄αυτά;
Μπαίνω βιαστικά στην τουαλέτα και κλείνω πίσω μου την πόρτα. Ακούω τα βήματα της Ντίνας πριν χαθούν στο δωματιάκι της. Εκεί θα αλλάξει ρούχα, θα ντυθεί τη στολή της, θα γίνει η γνώριμη φιγούρα.
Πλένω τα χέρια μου και κοιτάζομαι στον καθρέφτη του μπάνιου. Πράγματι φαίνομαι κουρασμένη.
Είμαι κι εγώ σαν τους άλλους. Τόσον καιρό δεν είχα δει τη Ντίνα. Ήτανε αόρατη.
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009
Μία προσπάθεια
Βρώμα. Έτσι μυρίζει το κορμί της τώρα. Βρώμα και σαπίλα. Όλα τ' άλλα είναι τέλεια καθαρά εδώ μέσα. Μόνο η δική της αφή απαίσια. Κάποιος ήρθε πριν λίγο να σφουγγαρίσει το χλωμό δάπεδο με τα γαλάζια, συμμετρικά, αυστηρά πλακάκια. Είχε τα μάτια της κλειστά, μα μύρισε τη χλωρίνη διαλυμένη στον υγρό κουβά.
Το δωμάτιο που την έβαλαν ευρύχωρο, ηλιόλουστο, τοίχοι κατάλευκοι. Σίγουρα το διάλεξε η Mητέρα της. Σίγουρα πληρώνει πολλά για να την έχει εδώ. Ψάχνει να ακουμπίσει κάπου τα μάτια της. Μονάχα ένα ανόητο, καλογυαλισμένο τραπεζάκι δίπλα της. Γυμνό. Αντανακλά βίαια τον ήλιο στην επιφάνειά του. Και μια καρέκλα. Για τη Mητέρα της. Δεν περιμένει άλλον.
Το κρεβάτι της κρύο μεταλλικό, βράχος στην παγωνιά του λιτού αυτού τοπίου. Θα ήθελε να ήταν τα φώτα σβηστά. Μα όχι. Όχι. Όχι. Της είπαν να σηκωθεί, να χαρεί τη μέρα. Ανοησίες. Αδύνατον να κινηθεί. Σε κάθε βήμα θα κινδύνευε να πνιγεί. Η παγωμένη λίμνη του δαπέδου θα έσπαγε βασανιστικά, αργά, αποτελεσματικά. Κρακ. Κρακ. Κρακ. Θα μπλαβίνιζαν τα ακροδάχτυλά της.
Ας είχαν καρφώσει ένα ρολόι τουλάχιστον. Να ξέρει πότε θα φτάσει η ώρα του επισκεπτηρίου. Να μην είναι τρομοκρατημένη συνεχώς. Να μπορεί να ηρεμεί μέχρι να ξανακούσει τη χαρακιά του μυτερού βόμβου τακουνιών να πλησιάζουν στην πόρτα. Να τεμαχίσει τον χρόνο, σε χρόνο πριν και χρόνο μετά. Να καψαλίσει το μουαλό της, να υποδεχτεί τη Mητέρα της με πνιγμένο πανικό. Κυρίαρχη. Να είναι κυρίαρχη του τρόμου της.
Το πρόσωπό της μάσκα θανάτου. Έχει ξεχάσει τα χαρακτηριστικά της. Έχουν γίνει νωθρά, πρησμένα, άτονα στο νου της. Δεν έχει καθρέφτη. Απαγορεύεται. Όταν έρθει η επισκέπτριά της θα ξαναθυμηθεί. Θα δει πώς θα είναι σε είκοσι χρόνια. Σε είκοσι χρόνια. Αν αποτύχει ξανά.
Έτσι. Έτσι. Έτσι θα γίνω. Μου λένε πάντοτε πως της μοιάζω. Γαλακτερό δέρμα, βαρετό. Και μάτια ζωηρά, κατάσαρκα. Και όταν μου το λένε, ακούω μια φωνή να ουρλιάζει στο αυτί μου. Τόσο αίμα μέσα μου ψάχνει πηγή να αναβλύσει, να σπρωχτεί στα πόδια τα λευκά.
Θα έχουν γεμίσει τρίχες τώρα. Εβδομάδες και εβδομάδες και εβδομάδες δεν τα κοίταξα. Δεν μου δίνουν ξυραφάκι. Απαγορεύεται. Το δικό μου είναι ροζ, ακουμπισμένο στο πράσινο ράφι του μπάνιου στο σπίτι της Μητέρας. Σίγουρα θα το έχει πετάξει στα σκουπίδια τώρα. Εκεί θα ήθελα να βρίσκομαι κι εγώ. Στα σκουπίδια. Χωράω στον τενεκέ των απορριμάτων. Την επόμενη φορά. Έτσι μου υποσχέθηκε. Ο θάνατος. Νάτος! Νάτος!
Ξέρει η Μητέρα σου, γλυκιά μου, τί κάνει. Η Μητέρα σου ψαχουλεύει να τρυπώσει στο θυμικό σου, να βουτήξει ανελέητα, να επιβάλει τη γιατρειά της θλίψης σου. Η Μητέρα σου ξέρει. Θα έρθει σε λίγο. Θα κάτσει δίπλα σου. Θα τρίξει η καρέκλα. Θα σου χαμογελάσει. Οι ελπίδες σου θα σέρνονται.
Πονάει κι αυτή. Έτσι σου λένε. Δεν τη συμπονάς. Αν σε ακουμπήσει θα ουρλιάξεις. Θα ορμήξεις. Θα τρέξεις. Θα βγει αίμα. Αίμα. Αίμα. Εκείνη θα μένει πάντοτε στωϊκή, καρτερική, ατάραχη, σταθερή, τέλεια. Πέτρινη. Μονάχες οι δικές σου πληγές. Αποδεικνύουν την ανάσα σου. Οι γάζες κυκλώνουν τους καρπούς σου.
Τα δάχτυλα της Μητέρας σου. Ίδια. Ίδια με τα δικά σου. Τα δάχτυλα αυτά σε γέννησαν. Ίδια. Ίδια με τα δικά σου. Η μορφή της στη δική σου. Το ναρκωμένο σου κορμί, προσφορά στη Θεά ετούτη. Θέλεις να παραβείς κάθε νόμο της.
Τα μάτια της επάνω σου. Περιμένουν καθημερινά μια εξομολόγηση. Μια εξήγηση. Ο φόβος σε κατεδαφίζει. Πώς να της μιλήσεις; Πώς να της εξηγήσεις; Πώς να της πεις πως; Πώς να την πληγώσεις και να επιβιώσεις; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Ο θάνατος. Η πιο καθαρή λύση. Τελειωτική. Οριστική. Τέλεια. Το κορμί παγωμένο. Σε λίγο θα έρθει. Πώς θα είσαι ασφαλής; Κάτι οικείο. Αυτό χρειάζεσαι. Φόρεσε τη μάσκα σου. Τη μάσκα σου. Γρήγορα. Την ακούς;
Τρίτη 23 Ιουνίου 2009
(άτιτλο)
- Δε γίνεται έτσι. Μετά το βράσιμο δε βγάζουν φύτρα. Είσαι γραμματιζούμενος άνθρωπος εσύ. Μίλα της. Μπορεί και να ΄χει τρελαθεί. Να πρέπει να την κλείσουμε μες στο μαντρί.
Την είδα από μακριά. Σκουριασμένη, φαγωμένη από τη σκόνη και τον ήλιο. Στο πλησίασμά μου σήκωσε την γκρίζα κεφαλή της και είπε:
-Ήρθες λοιπόν.
Κάθησα στο πλάι της, στη σκιά μιας μουριάς.
-Είμαι η ..., πήγα να πω, μα μου έκανε να σωπάσω κι άρχισε να τραγουδά.
Θέλω φασόλια για χαρά
και όχι για φαγάκι.
Πριν να με χώσουνε στη γης
ν΄ αγαπηθώ λιγάκι.
Σήκωσε το βλέμμα της μέχρι τον δρόμο εκείνον που είχα βαδίσει να φτάσω ίσα με το σπιτικό της.
Ήρθε πριν μήνες δεκατρείς
από τον δρόμο εκείνο
άντρας ψηλός και όμορφος
και ήρθε να με πάρει.
Μου ΄πε να ψάξω φασολιές
να μάσω τα φασόλια
να βράζω σε καυτό νερό
μετά να τα φυτευώ.
Σαν γίνουν όλα φασολιές
θα πάρουμε το δρόμο.
Θα δω τον κόσμο απ΄την αρχή
νέα ξανά θα γίνω.
Βράζω πρωί βράζω νυχτιά
και θάβω τα φασόλια.
Θα έρθει μια μέρα ο καλός
κι ο δρόμος θα μας πάρει.
Κι έσκυψε ξανά και χάθηκε η ματιά της. Κι εγώ σώπασα και κοίταξα το δρόμο.
Μαζί καθαρίζουμε πια και βράζουμε και φυτεύουμε. Και περιμένουμε ακόμα. Μαζί.


