Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2012

Το σπίτι

Όταν φτάνεις στην εξώπορτα του σπιτιού, όταν βάζεις το κλειδί και το στρίβεις να ανοίξει την πόρτα. Και μπαίνεις. Και κλείνεις την πόρτα πίσω σου. Τότε, ναι, μπορείς να ανασάνεις ελεύθερα και πάλι.


Κάποτε το σπίτι δεν με χωρούσε. Γύριζα μανιωδώς σ΄αυτήν την πόλη, αναζητώντας φίλους να πιούμε έναν καφέ, ασχολίες να κρατούν απασχολημένους το νου και την ψυχή μου. Έψαχνα να ξεσκαρτάρω, να βρω ποια είμαι και ποια όχι. Με αυτήν τη λαχτάρα ήταν που είχα έρθει στην Αθήνα: να τολμήσω να σηκώσω το κεφάλι μου, να δω καταπρόσωπο τον εαυτό μου, να τον γνωρίσω. Τρόμαξα στην αρχή με εκείνο που είδα και από τότε - από τότε που τόλμησα να δω αληθινά - προσπαθώ να τον αγαπήσω, τον εαυτό μου.

Για κάποιους ανθρώπους μοιάζει να είναι εύκολο, αν και δεν μπορώ φυσικά να ξέρω τί κουβαλάει ο καθένας στην ψυχή του. Μοιάζει να μπορούν να προχωρήσουν παρακάτω, να μην κουβαλάνε εκείνο το τεράστιο φορτίο που λέγεται "παρελθόν", να μην το έχουν συνεχώς σύντροφό τους, παρατηρητή και κριτή. Από αυτό ακριβώς το παρελθόν πάσχιζα επί χρόνια να ξεφύγω. Όχι πως μου είχε συμβεί κάτι εξαιρετικό, κάτι διαφορετικό από ό,τι συμβαίνει σε κάθε μέσο άνθρωπο, αλλά -για κάποιον λόγο- είχα την τάση, όπως την έχω και τώρα, να αναλύω τα πάντα, να τα ανασκαλεύω ξανά και ξανά, μέχρι να εξαντλώ και αυτά και εμένα.

Τότε ήταν το σπίτι φυλακή. Ή πάντως, δεν ήταν ήτανε φωλιά.





Σε λίγο θα γίνω 38 χρονών. Έχουν περάσει 20 χρόνια από τότε που ήρθα στην Αθήνα. Έζησα εδώ το μεγαλύτερο μέρος της μέχρι τώρα ζωής μου. Τώρα είναι το σπίτι καταφύγιο. Όχι επειδή έχω στ΄αλήθεια βρει τον εαυτό μου ή επειδή έχω συμφιλιωθεί μ΄αυτό που είμαι, αλλά επειδή έχω αγαπηθεί. Το σπίτι είναι ο τόπος που είμαι με τον αγαπημένο μου. Με εκείνον που δεν βλέπει σε εμένα όλα τα στραβά που βλέπω εγώ και μου νομίζω ότι βλέπουν και οι άλλοι. Ή μπορεί να τα βλέπει, μα δεν τα κάνει κεντρικά του ποια είμαι.

Το σπίτι είναι, πια, τόπος ελευθερίας. Τόπος ησυχίας και ασφάλειας. Το σπίτι έχει γίνει τόπος αγάπης.



Το παράθυρό μου
φάρδυνα
όταν ήρθες

μια αμυγδαλιά φύτεψα
μια βρύση άνοιξα
μια μπουγάδα άπλωσα

την πόρτα
στένεψα
να μη χωρά να φύγεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: