Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Γράμματα στη γιαγιά μου

Γράμμα από τη Γερμανία

Γεια σου γιαγιούλα μου γλυκιά
γιαγιά μου λατρεμένη
εγώ 'μαι η Αννούλα σου
η πολυαγαπημένη.

Μακριά σου, γιαγιακούλα μου,
με τρένα και με πλοία
μακριά σου πώς βρεθήκαμε;
να 'μαι στη Γερμανία.

Μου λείπεις, γιαγιακούλα μου!
Φοβάμαι ‘δω στα ξένα.
Θα 'θελα να 'μουν σπίτι μας
πάλι κοντά σε σένα.

Θυμάμαι

Θυμάμαι πριν να φύγουμε
ζουζούνιζαν τζιτζίκια
οι τοίχοι τσουρουφλίζανε
χάζευα τα μυρμήγκια.

Μες στην κουζίνα γύρναγες
μου έφτιαχνες να φάω
φέτα ψωμί με ζάχαρη
και γάλα με κακάο.

Και ρούφαγα και μάσαγα
γρήγορα να χωνέψω
να τρέξω ως τη θάλασσα
με τα παιδιά να παίξω.



Πού είσαι;

Βοσκάς κατσίκια και γαλιά;
Την ώρα αυτή πού να 'σαι;
Ποτίζεις δέντρα ανθιστά;
Άραγε με θυμάσαι;

Κάνω την προσευχούλα μου
να μαζευτούμε πάλι
στο σπίτι το κατάλευκο
πλάι στο ακρογιάλι.

Δώσε φιλιά στη γάτα μας,
μιαν αγκαλιά στο σκύλο,
αγάπα τη γουρούνα μας
και δώσ' της ένα μήλο.

Ξεπάγιασα

Ξεπάγιασα, γιαγιάκα μου,
Δωπέρα βρέχει, βρέχει ...
Κρυώνουνε τα χέρια μου
κι η μύτη μου όλο τρέχει.

Φοράω μακρυμάνικα
κι ας είναι καλοκαίρι,
ενώ φορούσα αμάνικα
‘κει στα δικά μας μέρη.

Ρουφάω το γάλα μου καυτό
να ζεσταθεί η κοιλιά μου
φοράω το μπουφάν κλειστό
και σκούφο στα μαλλιά μου.


Το σπίτι μας

Το σπίτι μας είναι μικρό,
ένα δωματιάκι.
Είναι συνέχεια σκοτεινό,
βρωμάει και λιγάκι.

Όλη τη μέρα η μαμά
σκουπίζει, καθαρίζει
μα τη βοηθάει κι ο μπαμπάς
που όλο ξαραχνίζει.

Μαζί τους με κοιμίζουνε
σ' ένα φαρδύ κρεβάτι,
μα εκείνοι ροχαλίζουνε
κι εγώ δεν κλείνω μάτι.

K
ανένανε

Κανένανε δεν έχω εδώ.
Έναν φίλο δεν έχω.
Θέλω να παίξω να κρυφτώ,
μα μόνη όλο τρέχω.

Δεν έχω τα παιχνίδια μου
δεν έχω καν βιβλία.
«Υπομονή» λέει η μαμά
«ν’ ανοίξουν τα σχολεία».

Παίζω μ' ένα σαράβαλο,
ένα παλιό κουκλάκι.
Του έβγαλα τα μάτια του
το πέταξα στ' αυλάκι.




Βαριέμαι

Βαριέμαι, γιαγιακούλα μου,
δεν έχω τί να κάνω.
Κλεισμένη μες στο σπίτι μας
μου 'ρχεται να πεθάνω.

Ποτέ δεν παίζω με παιδιά
παίζω με τη μαμά μου.
Κι όταν βαριέται η μαμά
παίζω με τα μαλλιά μου.

Παίζω και με τα χώματα
μα είναι παγωμένα.
Μου πήρανε και μήλα χθες
που ήταν ζαχαρωμένα.


Πρώτη μέρα στο σχολείο

Σχολειό δεν έχει ελληνικό
να πάω δω πέρα.
Με 'γράψαν στο γερμανικό,
φοβάμαι όλη μέρα.

Δεν ξέρω γρι γερμανικά.
Εγώ είμαι Ελληνίδα
Να τους τα λέω ελληνικά;
Να γίνω Γερμανίδα;

Φοβάμαι τα παιδιά εδώ
καθόλου δε μιλάω.
Θέλω να φύγω να κρυφτώ,
σχολείο να μη πάω.



Herr Meyer

«Herr Meyer» λεν τον κύριο
στην τάξη που πηγαίνω,
μα είναι όλα μυστήριο
και δεν καταλαβαίνω.

Δεν ξέρω εδώ τα γράμματα,
δεν ξέρω να διαβάζω.
Δεν ξέρω τα μαθήματα,
και συνεχώς νυστάζω.

Μόνη σε κάθε διάλειμμα,
δεν ξέρω να μιλάω.
Παίζουν τριγύρω τα παιδιά
Κι εγώ μόνο κοιτάω.


Το μυστικό μας

Νευρίασα με τη μαμά.
Με πήρε με το ζόρι,
μου 'κοψε τα μαλλιά κοντά
και μοιάζω σαν αγόρι.

Ντρέπομαι, με μαλώνουνε
σχολείο δεν πηγαίνω
κι όσο κι αν με πιέζουνε
στο σπίτι όλο μένω.

Θα πάρω το ποδήλατο
να έρθω στο χωριό μας
μέσα βαθιά σου κράτα το
θα 'ναι το μυστικό μας.


Τιμωρία-αδικία

Δε θέλω άλλο να 'μαι εδώ.
Με 'βάλαν τιμωρία,
Καθόλου εγώ δεν έφταιγα,
Αυτό είναι αδικία!

Όλοι με κοροϊδεύανε
Που είμαι μία ξένη
Τους έδωσα μία σπρωξιά
Κι ήμουν ευτυχισμένη.

Με μάλωσε ο δάσκαλος
Με μάλωσε η μαμά μου
Γιατί, γιατί, γιατί, γιατί
Γιατί, γιατί, γιαγιά μου;


Evi

Εδώ κοντά στο σπίτι μας
μένει και μία κοπέλα
Evi τη λέν' και πάντοτε
φοράει μπλε καπέλα.

Θα μάθω εγώ γερμανικά,
η Evi θα μου μάθει,
κι εγώ σ' εκείνη ελληνικά
να ξέρει και να γράφει.

«Θα σε βοηθήσει, θα το δεις,
θα μάθεις χίλιες λέξεις
δεκάδες φίλους πια θα βρεις
και θα μπορείς να παίξεις.»


Είμαι χαρούμενη

Είμαι χαρούμενη, γιαγιά,
ή να σε λέω Oma;
Μαθαίνω τα γερμανικά
μα έχω πολλά ακόμα.

“Das Buch” λεν' το βιβλίο μου
Και "Haus" είναι το σπίτι
“Die Schule” το σχολείο μου
Και "Maus" το ποντίκι.

Η αγάπη μου είναι "Lieben".
Το ψάρι είναι "Fisch".
η ειρήνη είναι "Frieden"
και το τραπέζι "Tisch".



Ayca

Την πρώτη φίλη μου έκανα
δε θα 'μαι άλλο μόνη
τη λένε Ayca Aybali
και είναι απ΄την Πόλη.

Πριν λίγες μέρες ήρθε δω,
φοβάται σαν κι εμένα
δεν ξέρει τα γερμανικά
και άνθρωπο κανένα.

Μιλάμε με τα χέρια μας
κι είναι πολύ αστείο
μένει στην ίδια γειτονιά,
πάμε μαζί σχολείο.


Λέω μάθημα

Με σήκωσε ο δάσκαλος
να πω το μάθημά μου.
Μου δέθηκε η γλώσσα μου
με πόνεσε η κοιλιά μου.

Να ιδρώνω άρχισα, γιαγιά,
να τρέμω και ν’ ανάβω
μα είπα μάθημα καλά
μου είπανε και «bravo!».

Δεν είμαι πια μια άχρηστη
Δε θα 'μαι πια μια ξένη.
Θα 'μαι στην τάξη η πιο καλή,
η πιο αγαπημένη.


Το χιόνι

Μας είπανε πως σύντομα
Θ’ αρχίσει να χιονίζει,
να κάνει κρύο παγωνιά
κι ο κόσμος να ασπρίζει.

Χιόνι δεν έχω ξαναδεί
Τόσο πολύ, γιαγιά μου,
δεν το 'χω καν ονειρευτεί,
το λαχταρά η καρδιά μου.

Έναν χιονάνθρωπο ψηλό
θα φτιάξω με το χιόνι
συνέχεια έξω θα γυρνώ
κι η μύτη μου ας παγώνει.


Στο Πάρκο των Ελλήνων

Σαν είν' ζεστή η Κυριακή
παίρνουμε τα φαγιά μας
τρώμε οι Έλληνες μαζί
και λέμε τα δικά μας.

Πηγαίνουμε σ' ένα φαρδύ
και φωτεινό παρκάκι
βλέπω, αν είμαι τυχερή,
κανένα σκιουράκι.

Χορεύω καλαματιανό
τρώω και δυο σουβλάκια
πίνω βανίλια με νερό
και παίζω μ' ελληνάκια.


Στο σπίτι της Ayca

Εκεί που μένει η Ayca
Μένουνε κι άλλοι δέκα:
Μαμά, μπαμπάς, παππούς, γιαγιά,
παιδιά και μια μπεμπέκα.

Φτιάχνουνε ίδια φαγητά
όπως και τα δικά μας
φτιάχνουν ρακή και μπακλαβά
όπως και στα χωριά μας.

Λένε τις λέξεις τούρκικα
και δεν καταλαβαίνω
μα είναι όλοι γελαστοί
γι' αυτό κι εγώ πηγαίνω.




Léo

Μα τίποτα δε σου ‘χω πει
για έναν συμμαθητή μου
που 'χω τρελά ερωτευτεί
μέσα από την ψυχή μου.

Είναι ψηλός και γαλανός
τον λένε Léo Clada.
Κι ας είναι βέρος Γερμανός,
ξέρει για την Ελλάδα.

Πάμε μαζί σχολείο μας,
χέρι με χέρι πάντα
μένει κοντά στο σπίτι μας
καί παίζει και στην μπάντα.




Όταν θα μεγαλώσω

Όταν θα μεγαλώσω εγώ
θα γίνω ταξιδιώτης
τον κόσμο όλο θα γυρνώ,
θα είμαι Δον-Κιχώτης.

Θα 'χω τον Léo μου μαζί
σε όλα τα ταξίδια.
Θα 'ναι η ζωή χρωματιστή,
γεμάτη με παιχνίδια.

Όμως σου υπόσχομαι, γιαγιά
Πάσχα με τα παιδιά μας
να 'μαστε εκεί κάθε χρονιά
να σπάμε τα αυγά μας.




Μαθήματα χορού

Μαθαίνουμε το τσάμικο
με τον Léo παρέα,
μαθαίνουμε ζεϊμπέκικο
κι είναι πολύ ωραία.

Μαθαίνουμε ικαριώτικο,
αλλά και πεντοζάλι
κι όταν χορεύουμε μαζί
που 'ρχεται πάντα ζάλη.

Προχθές το είπα στη μαμά
πόσο τον αγαπάω
μου γέλασε και μ' άφησε
στο σπίτι του να πάω.


Το γερμανικό βιβλίο

Αγόρασα το πρώτο μου
γερμανικό βιβλίο
είναι μεγάλο και σκληρό
και λέει για ένα πλοίο.

Λέει πολλά για πειρατές
μα και για ερωτευμένους
λέει για τους ταξιδευτές
τους κοσμογυρισμένους.

Κι αν κάποια λέξη ειν' άγνωστη
ρωτάω τη μαμά μου
κι έτσι μαθαίνω γρήγορα
και τα γερμανικά μου.


Ο Μαγικός Αυλός

Κι αν χιόνιζε κι αν φύσαγε
ήταν κανονισμένο.
Πήγαμε με την τάξη μου
στην όπερα με τρένο.

Είχα φορέσει φόρεμα
κείνο το πράσινό μου
και είχα βάλει το χρυσό
βαφτιστικό σταυρό μου.

Παίζαν το Μαγικό Αυλό
και όλοι τραγουδούσαν
πουλιών κι αγγέλων τον καημό
που μες στο δάσος ζούσαν.




Χρόνια πολλά

Χρόνια πολλά γιαγιάκα μου,
σε σένα και σε μένα.
Να 'ναι καλά, πολύχρωμα
και πάντα ευτυχισμένα.

Κάνω ένα πάρτυ σήμερα
κι έχω χαρά μεγάλη.
Θα 'ρθει η Ayca και ο Leo
και πάρα πολλοί άλλοι.

Μου 'φτιαξε τούρτα η μαμά
που 'χε εφτά κεράκια,
είν’ από ‘κείνα τα χρυσά
που βγάζουν αστεράκια.



Σε περιμένουμε

Σε περιμένουμε να 'ρθεις
εδώ στη Γερμανία
όποτε θέλεις και μπορείς
σε κάθε ευκαιρία.

Θα πάμε για να μείνουμε
σε ένα άλλο σπίτι,
μεγάλο και ολόφωτο
που έχει και φεγγίτη.

Εδώ έχω πια τους φίλους μου,
εδώ έχω και τον Léo
κι αν ‘ρθεις κι εσύ γιαγιάκα μου
καθόλου δεν θα κλαίω.

2 σχόλια:

meril είπε...

Α, βρε Μαίρη τι μου θύμισες...
Λοιπόν ξέρεις τη θυμάμαι τη γιαγιά σου....
Βλέπεις στάθηκα στις αναμνήσεις και καθόλου στα τρυφερά σου ποιήματα
θα τα πούμε

Καλημέρα

mairi alexopoulou είπε...

Καλημέρα meril, χαίρομαι που τη θυμάσαι τη γιαγιά και τα διάφορα που ζήσαμε τότε στη Γερμανία. Αυτό σημαίνει ανάγνωση: σχέση και επικοινωνία.

Φιλάκια πολλά,
Μαίρη.