Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

"Ο Λιτούμα στις Άνδεις" (ή "εκλογές 2012")

"Θα 'πρεπε να δικαστεί και να τιμωρηθεί ολόκληρη η Ανταμάρκα", επανέλαβε πολλές φορές. Μετά, με υπομονή, αλλά χωρίς να δείχνει ότι καταλάβαινε, άκουσε τους χωριανούς που αποτολμούσαν να αρθρώσουν συγκεχυμένες δικαιολογίες: δεν ήταν αλήθεια, κανένας δεν είχε κάνει τίποτε, όλα ήταν έργο των τρομοκρατών. Που μας απείλησαν, κύριε. Μας εξανάγκασαν, με τις κάννες των πολυβόλων και των περιστρόφων στους κροτάφους μας, λέγοντας ότι θα έσφαζαν τα παιδιά μας σαν τα γουρούνια αν δεν παίρναμε τις πέτρες στα χέρια μας. Οι χωριανοί έπεφταν σε αντιφάσεις, διέκοπτν ο ένας τον άλλον, διαφωνούσαν και τελικά κατηγορούσαν και έβριζαν ο ένας τον άλλον. Ο ανθυπολοχαγός τούς κοίταζε με οίκτο."

 


Λοιπόν, ο Λιτούμα δεν ήταν αυτός που φανταζόμουν. Το όνομά του με ξεγέλασε. Και, ίσως, η ρομαντική ιδέα που έχω για το Περού. Με αιφνιδίασε. Είχα ξεκινήσει να διαβάζω ένα βιβλίο που ήπλιζα να με πάρει μακριά από την σάπια πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει, και βρέθηκα σε έναν κόσμο που μοιάζει με μία εκδοχή (όχι αισιόδοξη) αυτού που θα μπορούσε να μας περιμένει.

Ο κόσμος του Λιτούμα είναι ένας κόσμος όπου η βία έχει γίνει κανονική. Είτε πρόκειται για απαγωγές είτε για βασανισμούς και ανθρωποφαγίες, ο ξένος είναι εχθρός και πρέπει να τον εξαφανίσουμε. Ο ξένος μπορεί να είναι ο αδελφός μου, ο γειτονάς μου, ένας αλμπίνος, μία κυρία από τη Δύση που μελετά τον πολιτισμό μου, ή απλώς κάποιος που έχει διαφορετικά συμφέροντα από τα δικά μου. Η "ανάπτυξη" υπάρχει μονάχα ως εισβολή από τον ξένο. Και ο ξένος είναι αυτός έρχεται να με σώσει, να μου δώσει δουλειά, να διώξει τις δεισιδαιμονίες μου, να με βάλει στον "σωστό" το δρόμο.

Όταν η βία είναι ο τρόπος να κινηθείς μες στη ζωή, κάθε έννοια δικαίου ή ελευθερίας παίρνει άλλη μορφή. Δεν προλαβαίνεις να διεκδικήσεις καμία από τις δύο. Δεν έχουν νόημα. Είναι μία πολυτέλεια. Μονάχα ο έρωτας προλαβαίνει να ζήσει - αν είσαι αρκετά αθώος (και αρκετά εγωιστής).

Και μέσα από όλα αυτά, όταν και αν καταφέρεις να τα διαπεράσεις, η ζωή συνεχίζεται. Παίρνεις μία μετάθεση και φεύγεις από τις Άνδεις και πας αλλού. Καλύτερα; Δεν ξέρεις. Ξέρεις ότι ο άνθρωπος δεν έχει αλλάξει από τότε που οι μάγοι των Ίνκα είχαν κάνει υψηλή τέχνη την ανθρωποθυσία για να εξευμενίσουν τους θεούς. Ξέρεις ότι απλώς οι θεοί σήμερα έχουν ένα άλλο όνομα (ευρώ, Ευρώπη, ανάπτυξη, σταθερότητα κλπ κλπ κλπ) και ξέρεις ότι πολλοί έχουν κάνει τέχνη υψηλή την ανθρωποθυσία στο όνομα των θεών αυτών.

Θυμάμαι τον "Κακό, τον Καλό και τον Άσχημο", το γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε. Θυμάμαι εκείνον τον στρατηγό που πολεμά νύχτα μέρα για να καταλάβει μία γέφυρα. Του έχει γίνει βραχνάς και εφιάλτης η γέφυρα αυτή. Μέχρι που ο Τούκο και ο Μπλόντι την ανατινάζουν. Και ο στρατηγός -επιτέλους- ελευθερώνεται.

Υ.Σ. Ευχαριστίες στον Μάριο Βάργκας Λιόσα για το βιβλίο αυτό.

2 σχόλια:

theatereality είπε...

Εξαιρετικό βιβλίο και εξαιρετικό ταξίδι. Και ναι, σε τσιμπάει πολύ στην ψυχή, λόγω της "κανονικότητας" της βίας, όπως λες κι εσύ.

Mairi είπε...

Ναι, Μάρθα, με τσίμπησε για τα καλά. Αλλά εκεί που έλεγα ότι δεν αντέχω να διαβάσω άλλο, εκεί ήθελα και πάρα πολύ να μάθω τί να γινόταν με τους βασικούς πρωταγωνιστές. Όπως και στη ζωή.