Μία φορά κι έναν καιρό
οι ντόπιοι στήσαμε χορό
επάνω στα αλώνια.
Ήρθε ευθύς ο γείτονας
έφερε την κυρά του
'κείνη με τα βαριά βυζιά
που 'ταν γεμάτα αγάπη.
Στραγγίξαμε το γάλα της
κόψαμε το λαιμό της
ρουφήξαμε το αίμα της
μετά τα κόκκαλά της.
Ούτε στιγμή δε γκρίνιαξε
μόνο χαμογελούσε
όσο τραχιά τα δόντια μας
γλείφαν τη νοστιμιά της.
- Εχόρτασα!, ξεφώνισε γουρουνοποδαρούσα.
- Κι εμένα η μπάκα φούσκωσε, κρόασε ο καμπούρης.
- Φέρτε κρασιά! Φέρτε βιολιά! Να ανάψουμε το γλέντι!
Σπάσαμε τα τακούνια μας
στα βήματα του μπάλου
του τσάμικου, της ζεμπεκιάς
μα και του βαλς, καρδιά μου.
Αέρινα τα βήματα
σαν να 'μασταν αγγέλοι
ο αχαμνός ο καραφλός
η βοϊδομάτα σκύλα
ο λιπαρός χοντρομπαλάς
και η βλογιοκομμένη.
Χωνέψαμε τα κρέατα
που λιώναν στα στομάχια
κι όλοι μαζί με μια φωνή
κράξαμε «θέλω κι άλλο!».
Πήγε λοιπόν ο φούρναρης
ο ξακουστός κυρ-Τάκης
κι έφερε την κοράκλα του
να φτιάξουμε στιφάδο.
Κοφίνια καθαρίσαμε
αμέτρητα κρεμμύδια
βρωμίσανε τα χέρια μας
δακρύσαν τα όμματά μας.
- Υπομονή δύο λεπτά
και θα σας τη σερβίρω!
- Νόστιμη που 'ναι η κόρη σου!
- Σαν τα ψωμία σου φρέσκια!
- Μπράβο κυρά Καλλιόπη μας
που χάμωσες τον Τάκη
να βγάλεις τέτοιο θάμα.
Μεσάνυχτα
χαράματα
μεσάνυχτα και πάλι
σαν φάγαμε σιγά-σιγά
ένα-ένα τα κοράσια
διαλέγοντας προσεκτικά
μόνο τα πιο ωραία.
Κι όσο γεμίζαν τ' άντερα
ζαχαρωμένα χείλη
νερατζοφιλημένα αυτιά
και μάγουλα ροδάτα
έφτιαχνε η κοψιά μας
έσταζε η λαλιά μας
ροδόσταμο και μέλι
έστρωνε εμάς η μούρη μας
ξάνθαιναν τα μαλλιά μας
φούσκωναν τα γλουτάκια μας
γέμιζαν τα καυλιά μας.
Αχ, να 'σουνα εκεί
να 'βλεπες τη γιορτή μας
να 'λεγες «στην υγειά σας!»
και «πάντα τέτοια, βρε παιδιά!».
Τώρα που ακούς τα λόγια μου
μη φοβηθείς, μην τρέξεις
και μη βιαστείς τάχα να πεις
πως είμαστε φονιάδες
μην πηλαλάς στο δικαστή
να μας κατηγορήσεις.
Η φάρα μας είναι καλή
εργατική και τίμια
μα όσα και να έχουμε
θέλουμε αυτό που λείπει.
Όλα μας τα δωσε ο Θεός
εκτός από το κάλλος.
Κι αφού το ξέρουμε καλά
απ΄ τους αρχαίους μύθους
γρήγορα πως ο άνθρωπος
γίνεται αυτό που τρώει...
Θέλεις την ωραιότητα;
Φάε καμιάν ωραία.
Θέλεις την αθωότητα;
Φάε καμιάν αθώα.
Θέλεις να γίνεις ποιητής;
Φάε τους ποιητάδες.
Δευτέρα 27 Ιουλίου 2009
Παραμύθι
Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009
Η Καίτη Cosmopolitan
Η Καίτη Cosmopolitan.
Επιδερμίδα καθαρή
μαλλιά ίσια μόλις σιδερωμένα
μάσκαρα κατάλληλη για μάτια λαμπερά
ρούχα μοντέρνα chic
παπούτσια μαλακά με όσο χρειάζεται τακούνι
διαμάντι στο δεξί
βραχιόλι στο αριστερό
χέρι.
A perfect Cosmo-girl.
Η Καίτη κόκκινη.
Χρωματίζει το αίμα της τους λευκούς καναπέδες.
Χαλαρώνουν τα μυαλά της στα ξύλινα πατώματα.
Στολίζουν τα έντερά της τα ριχτάρια τα ολομέταξα.
Ποιός είναι ο δολοφόνος;
Elementary, my dear Watson, elementary!
Επιδερμίδα καθαρή
μαλλιά ίσια μόλις σιδερωμένα
μάσκαρα κατάλληλη για μάτια λαμπερά
ρούχα μοντέρνα chic
παπούτσια μαλακά με όσο χρειάζεται τακούνι
διαμάντι στο δεξί
βραχιόλι στο αριστερό
χέρι.
A perfect Cosmo-girl.
Η Καίτη κόκκινη.
Χρωματίζει το αίμα της τους λευκούς καναπέδες.
Χαλαρώνουν τα μυαλά της στα ξύλινα πατώματα.
Στολίζουν τα έντερά της τα ριχτάρια τα ολομέταξα.
Ποιός είναι ο δολοφόνος;
Elementary, my dear Watson, elementary!
Τρίτη 14 Ιουλίου 2009
Το κόκκινο πουλόβερ
Η γυναίκα με καλησπερίζει. Ανταποδίδω τον χαιρετισμό, μάλλον από κεκτημένη ταχύτητα και με τον αυτοματισμό που χαρακτηρίζει την καθώς πρέπει αγωγή μου. Αναρωτιέμαι τί ώρα να ‘ναι κι αν πράγματι στέκει το «καλησπέρα» αντί για το «καλημέρα». Κοιτάζω το ρολόι μου. Έχει περάσει δώδεκα, οπότε μάλλον στέκει. Δεν έκανε κανένα λάθος. Άρα ούτε κι εγώ.
Χρειάζομαι όμως κάποια δευτερόλεπτα ακόμα για να διαπιστώσω ότι δε γνωρίζω τη γυναίκα αυτή. Ποια είναι;
- Κουρασμένη φαίνεστε, κυρία Άννα.
Είναι η Ντίνα η καθαρίστρια. Προφανώς μόλις έφτασε στην εταιρεία, αφού φοράει ακόμα το τζιν της κι ένα κόκκινο πουλόβερ. Ένα κόκκινο πουλόβερ. Έχω κι εγώ το ίδιο ακριβώς πουλόβερ. Περίεργο. Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι η Ντίνα κι εγώ έχουμε το ίδιο γούστο. Σχεδόν δεν θα φανταζόμουν ότι έχουμε τις ίδιες ανάγκες. Γιατί;
- Κουρασμένη φαίνεστε.
Πρώτη φορά τη βλέπω με τα δικά της ρούχα. Μέχρι τώρα ήξερα να αναγνωρίζω την παρουσία της από τις ελαφριές της κινήσεις καθώς έρχεται να καθαρίσει τα γραφεία μας από τους καφέδες και τα άχρηστα χαρτιά που γεμίζουν τους κάδους. Και φυσικά, φυσικά, από εκείνην την απαίσια στολή που την αναγκάζουν να φοράει. Μία ρόμπα-ποδιά σε σκούρο μπλε κι ένα μαύρο παντελόνι.
Αν ήταν δυνατόν να της δίνουν κάποια μπέρτα να την κάνει αόρατη μετά χαράς θα το έκαναν. Το παν είναι να μην ενοχλούνται οι υπάλληλοι, να μην υπάρχει κάτι να τους αποσπάσει την προσοχή από τη σοβαρή εργασία τους. Η καθαρίστρια δεν είναι υπάλληλος.
- Να μην κουράζεστε τόσο πολύ.
Πρώτη φορά βλέπω τη Ντίνα με το κόκκινο πουλόβερ το ίδιο με το δικό μου. Είναι σχεδόν ωραία. Σίγουρα πιο όμορφη από εμένα. Αλλά ποιος νοιάζεται τώρα γι΄αυτά;
Μπαίνω βιαστικά στην τουαλέτα και κλείνω πίσω μου την πόρτα. Ακούω τα βήματα της Ντίνας πριν χαθούν στο δωματιάκι της. Εκεί θα αλλάξει ρούχα, θα ντυθεί τη στολή της, θα γίνει η γνώριμη φιγούρα.
Πλένω τα χέρια μου και κοιτάζομαι στον καθρέφτη του μπάνιου. Πράγματι φαίνομαι κουρασμένη.
Είμαι κι εγώ σαν τους άλλους. Τόσον καιρό δεν είχα δει τη Ντίνα. Ήτανε αόρατη.
Χρειάζομαι όμως κάποια δευτερόλεπτα ακόμα για να διαπιστώσω ότι δε γνωρίζω τη γυναίκα αυτή. Ποια είναι;
- Κουρασμένη φαίνεστε, κυρία Άννα.
Είναι η Ντίνα η καθαρίστρια. Προφανώς μόλις έφτασε στην εταιρεία, αφού φοράει ακόμα το τζιν της κι ένα κόκκινο πουλόβερ. Ένα κόκκινο πουλόβερ. Έχω κι εγώ το ίδιο ακριβώς πουλόβερ. Περίεργο. Δε θα φανταζόμουν ποτέ ότι η Ντίνα κι εγώ έχουμε το ίδιο γούστο. Σχεδόν δεν θα φανταζόμουν ότι έχουμε τις ίδιες ανάγκες. Γιατί;
- Κουρασμένη φαίνεστε.
Πρώτη φορά τη βλέπω με τα δικά της ρούχα. Μέχρι τώρα ήξερα να αναγνωρίζω την παρουσία της από τις ελαφριές της κινήσεις καθώς έρχεται να καθαρίσει τα γραφεία μας από τους καφέδες και τα άχρηστα χαρτιά που γεμίζουν τους κάδους. Και φυσικά, φυσικά, από εκείνην την απαίσια στολή που την αναγκάζουν να φοράει. Μία ρόμπα-ποδιά σε σκούρο μπλε κι ένα μαύρο παντελόνι.
Αν ήταν δυνατόν να της δίνουν κάποια μπέρτα να την κάνει αόρατη μετά χαράς θα το έκαναν. Το παν είναι να μην ενοχλούνται οι υπάλληλοι, να μην υπάρχει κάτι να τους αποσπάσει την προσοχή από τη σοβαρή εργασία τους. Η καθαρίστρια δεν είναι υπάλληλος.
- Να μην κουράζεστε τόσο πολύ.
Πρώτη φορά βλέπω τη Ντίνα με το κόκκινο πουλόβερ το ίδιο με το δικό μου. Είναι σχεδόν ωραία. Σίγουρα πιο όμορφη από εμένα. Αλλά ποιος νοιάζεται τώρα γι΄αυτά;
Μπαίνω βιαστικά στην τουαλέτα και κλείνω πίσω μου την πόρτα. Ακούω τα βήματα της Ντίνας πριν χαθούν στο δωματιάκι της. Εκεί θα αλλάξει ρούχα, θα ντυθεί τη στολή της, θα γίνει η γνώριμη φιγούρα.
Πλένω τα χέρια μου και κοιτάζομαι στον καθρέφτη του μπάνιου. Πράγματι φαίνομαι κουρασμένη.
Είμαι κι εγώ σαν τους άλλους. Τόσον καιρό δεν είχα δει τη Ντίνα. Ήτανε αόρατη.
Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009
Μία προσπάθεια
Σχεδόν τα κατάφερε. Η πρώτη της φορά. Η πρώτη. Τα χέρια της μικρά, άσπρα, στρογγυλά κουβάρια. Βυθισμένα κάτω από το άγγιγμα της γκριζογάλανης κουβέρτας. Σκεπασμένη ως το στέρνο, με σώμα εγκλωβισμένο, ακίνητο, βουβό. Ώρες άπειρες.
Βρώμα. Έτσι μυρίζει το κορμί της τώρα. Βρώμα και σαπίλα. Όλα τ' άλλα είναι τέλεια καθαρά εδώ μέσα. Μόνο η δική της αφή απαίσια. Κάποιος ήρθε πριν λίγο να σφουγγαρίσει το χλωμό δάπεδο με τα γαλάζια, συμμετρικά, αυστηρά πλακάκια. Είχε τα μάτια της κλειστά, μα μύρισε τη χλωρίνη διαλυμένη στον υγρό κουβά.
Το δωμάτιο που την έβαλαν ευρύχωρο, ηλιόλουστο, τοίχοι κατάλευκοι. Σίγουρα το διάλεξε η Mητέρα της. Σίγουρα πληρώνει πολλά για να την έχει εδώ. Ψάχνει να ακουμπίσει κάπου τα μάτια της. Μονάχα ένα ανόητο, καλογυαλισμένο τραπεζάκι δίπλα της. Γυμνό. Αντανακλά βίαια τον ήλιο στην επιφάνειά του. Και μια καρέκλα. Για τη Mητέρα της. Δεν περιμένει άλλον.
Το κρεβάτι της κρύο μεταλλικό, βράχος στην παγωνιά του λιτού αυτού τοπίου. Θα ήθελε να ήταν τα φώτα σβηστά. Μα όχι. Όχι. Όχι. Της είπαν να σηκωθεί, να χαρεί τη μέρα. Ανοησίες. Αδύνατον να κινηθεί. Σε κάθε βήμα θα κινδύνευε να πνιγεί. Η παγωμένη λίμνη του δαπέδου θα έσπαγε βασανιστικά, αργά, αποτελεσματικά. Κρακ. Κρακ. Κρακ. Θα μπλαβίνιζαν τα ακροδάχτυλά της.
Ας είχαν καρφώσει ένα ρολόι τουλάχιστον. Να ξέρει πότε θα φτάσει η ώρα του επισκεπτηρίου. Να μην είναι τρομοκρατημένη συνεχώς. Να μπορεί να ηρεμεί μέχρι να ξανακούσει τη χαρακιά του μυτερού βόμβου τακουνιών να πλησιάζουν στην πόρτα. Να τεμαχίσει τον χρόνο, σε χρόνο πριν και χρόνο μετά. Να καψαλίσει το μουαλό της, να υποδεχτεί τη Mητέρα της με πνιγμένο πανικό. Κυρίαρχη. Να είναι κυρίαρχη του τρόμου της.
Το πρόσωπό της μάσκα θανάτου. Έχει ξεχάσει τα χαρακτηριστικά της. Έχουν γίνει νωθρά, πρησμένα, άτονα στο νου της. Δεν έχει καθρέφτη. Απαγορεύεται. Όταν έρθει η επισκέπτριά της θα ξαναθυμηθεί. Θα δει πώς θα είναι σε είκοσι χρόνια. Σε είκοσι χρόνια. Αν αποτύχει ξανά.
Έτσι. Έτσι. Έτσι θα γίνω. Μου λένε πάντοτε πως της μοιάζω. Γαλακτερό δέρμα, βαρετό. Και μάτια ζωηρά, κατάσαρκα. Και όταν μου το λένε, ακούω μια φωνή να ουρλιάζει στο αυτί μου. Τόσο αίμα μέσα μου ψάχνει πηγή να αναβλύσει, να σπρωχτεί στα πόδια τα λευκά.
Θα έχουν γεμίσει τρίχες τώρα. Εβδομάδες και εβδομάδες και εβδομάδες δεν τα κοίταξα. Δεν μου δίνουν ξυραφάκι. Απαγορεύεται. Το δικό μου είναι ροζ, ακουμπισμένο στο πράσινο ράφι του μπάνιου στο σπίτι της Μητέρας. Σίγουρα θα το έχει πετάξει στα σκουπίδια τώρα. Εκεί θα ήθελα να βρίσκομαι κι εγώ. Στα σκουπίδια. Χωράω στον τενεκέ των απορριμάτων. Την επόμενη φορά. Έτσι μου υποσχέθηκε. Ο θάνατος. Νάτος! Νάτος!
Ξέρει η Μητέρα σου, γλυκιά μου, τί κάνει. Η Μητέρα σου ψαχουλεύει να τρυπώσει στο θυμικό σου, να βουτήξει ανελέητα, να επιβάλει τη γιατρειά της θλίψης σου. Η Μητέρα σου ξέρει. Θα έρθει σε λίγο. Θα κάτσει δίπλα σου. Θα τρίξει η καρέκλα. Θα σου χαμογελάσει. Οι ελπίδες σου θα σέρνονται.
Πονάει κι αυτή. Έτσι σου λένε. Δεν τη συμπονάς. Αν σε ακουμπήσει θα ουρλιάξεις. Θα ορμήξεις. Θα τρέξεις. Θα βγει αίμα. Αίμα. Αίμα. Εκείνη θα μένει πάντοτε στωϊκή, καρτερική, ατάραχη, σταθερή, τέλεια. Πέτρινη. Μονάχες οι δικές σου πληγές. Αποδεικνύουν την ανάσα σου. Οι γάζες κυκλώνουν τους καρπούς σου.
Τα δάχτυλα της Μητέρας σου. Ίδια. Ίδια με τα δικά σου. Τα δάχτυλα αυτά σε γέννησαν. Ίδια. Ίδια με τα δικά σου. Η μορφή της στη δική σου. Το ναρκωμένο σου κορμί, προσφορά στη Θεά ετούτη. Θέλεις να παραβείς κάθε νόμο της.
Τα μάτια της επάνω σου. Περιμένουν καθημερινά μια εξομολόγηση. Μια εξήγηση. Ο φόβος σε κατεδαφίζει. Πώς να της μιλήσεις; Πώς να της εξηγήσεις; Πώς να της πεις πως; Πώς να την πληγώσεις και να επιβιώσεις; Δεν γίνονται αυτά τα πράγματα. Ο θάνατος. Η πιο καθαρή λύση. Τελειωτική. Οριστική. Τέλεια. Το κορμί παγωμένο. Σε λίγο θα έρθει. Πώς θα είσαι ασφαλής; Κάτι οικείο. Αυτό χρειάζεσαι. Φόρεσε τη μάσκα σου. Τη μάσκα σου. Γρήγορα. Την ακούς;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)