Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

"Η ανάκριση" του Ηλία Μαγκλίνη

«Ίχνη μιας λύσσας να αναγεννηθεί και την ίδια στιγμή να καταξεσκίσει.» Η Μαρίνα και ο μπαμπάς της. Ο πόνος. Το αίμα και το σώμα. Το λυσσασμένο ζώο. Η φρίκη. Ο βασανιστής και το θύμα του. Η τέχνη και η πολιτική.

Μέσα σ΄αυτό το πλαίσιο χτίζει ο Ηλίας Μαγκλίνης την ασφυκτικά ερεθιστική ιστορία του. Μία σύντομη νουβέλα που καταφέρνει να μας δείξει πώς κάποιοι πάντα μας «αφαιρούν τις φωνητικές χορδές για να μη σκούζουμε». Η φρίκη. "The horror. The horror.", έλεγε χρόνια πριν ο Marlon Brando στο «Αποκάλυψη τώρα». Λέξεις που ακόμα πιο παλιά είχε γράψει ο Joseph Conrad στην «Καρδιά του σκότους».
Ναι, το σκότος συνεχίζει να υπάρχει στην εποχή μας. Και όχι μόνο σε τόπους αντικειμενικής φρίκης (βλέπε Αφρική, Ασία), αλλά και σε άλλους που φαντάζουν πιο τακτοποιημένοι και ευημερούντες (βλέπε Ελλάδα - Δύση). Η Μαρίνα ζει στην Αθήνα, είναι μορφωμένη, από μία «κανονική» οικογένεια. Ο μπαμπάς της ζει στην Αθήνα, είναι μορφωμένος, από μία «κανονική» οικογένεια. Η Μαρίνα και ο μπαμπάς της ζουν μέσα στο σκότος της φρίκης.

Η Μαρίνα με το κοριτσίστικο κορμί, το εθελούσια χαραγμένο από τα ίδια της τα χέρια. Χαραγμένο με ξυράφια, αλλά και τσακισμένο από τη νευρική ανορεξία. Εμετοί, αίμα, πόνος. «Γιατί σ΄αρέσει ν΄ασχολείσαι με τόσο δυσάρεστα πράγμτα;», τη ρωτάει ο πατέρας της, μα εκείνη ξέρει ότι ο πόνος ο σωματικός και ψυχικός είναι η λύτρωσή της. Όχι ο θάνατος. Όχι αυτός.
Η Μαρίνα πρέπει να μείνει ζωντανή και να πονάει. Δεν σκέφτεται ποτέ την αυτοκτονία. Αντίθετα, στην πραγματικότητα λατρεύει την ύπαρξή της, αφού της είναι απαραίτητη για την τέχνη της. «Δε θέλω να φαίνεται ο θάνατος, μπαμπά. Ο πόνος, ναι, ο πόνος είναι άλλη κουβέντα. Θέλω να φαίνεται, ν' ακούγεται, να τον μυρίζεις. Να τον γεύεσαι. Ο πόνος είναι κόκκινος, ο θάνατος λευκός.» Και χτίζει τις περφόρμανς της γύρω από αυτήν την ιδέα.
Αλλά από τί θέλει να λυτρωθεί η Μαρίνα; Ποιος είναι ο δαίμονάς της; Έχει γονείς που την αγαπούν, έναν εραστή ερωτευμένο μαζί της, είναι δημιουργική, είναι ζωντανή, είναι παρούσα. Γιατί λοιπόν να επιλέγει τόσο συνειδητά και τόσο βασανιστικά πάλι και πάλι και πάλι και ξανά τον πόνο;
Ο μπαμπάς της Μαρίνας είναι ήσυχος. Χωρισμένος, χήρος. Ακούει κλασσική μουσική και κάνει μεταφράσεις. Ο πατέρας του ήταν αντάρτης. ο ίδιος συμμετείχε στο αντάρτικο πόλεων. Συνελήφθει. Φυλακή. Βασανιστήρια. Τώρα ψάχνει την ησυχία. Κάπου να κουρνιάσει. Και είναι κουρασμένος. Κουρασμένος. «Τα συντρόφια. Τί ήξεραν πια και τα καημένα τα συντρόφια; Όσα θυμούνταν μόνο, όπως κι εκείνος.»
Η Μαρίνα αγαπάει την Αμπράμοβιτς. Η Μαρίνα συλλέγει αποκόμματα, φωτογραφίες, λέξεις, πίνακες, εικόνες: γεννετικές ανωμαλίες, Ναζί, ο Σαχτούρης, ο Κατσαρός, ο Μαρκ Ντιτρού και τα 2 κοριτσάκια, η πλατεία Τιεν Αμέν, το Αμπού Γκράιμπ, το Γκουαντάναμο, bondage show, νοσοκομείο, μαχαίρια, φίδια, σκυλιά, αίμα, πάγος, ποντίκια.
Η Μαρίνα μεγαλώνει σε μία χώρα και σε μία εποχή ειρήνης, δημοκρατίας, ευημερίας, ελευθερίας. Αλλά τίποτε δεν είναι αληθινά έτσι. Γιατί η Μαρίνα ζει μέσα στο Αμπού Γκράιμπ. Γιατί η Μαρίνα βλέπει τις εικόνες των βασανιστηρίων. Γιατί ξέρει τους φυλακισμένους με τις πορτοκαλί στολές, και τα σκυλιά να τους γαβγίζουν απειλητικά και τους Αμερικάνους να φωτογραφίζονται περήφανοι. Η Μαρίνα ζει στο σήμερα του ίντενετ, της τηλεόρασης, της εικόνας, την πληροφόρησης, των ανατριχιαστικών λεπτομερειών.
Ο μπαμπάς της Μαρίνας μεγάλωσε σε άλλη χώρα. Χωρίς ειρήνη, δημοκρατία, ευημερία, ελευθερία. Ο μπαμπάς της Μαρίνας έζησε κάπου που τώρα πια είναι Ιστορία. Κι η Ιστορία δεν πρέπει να ξεχαστεί. Η χούντα. Η ΕΣΑ. Τα βασανιστήρια. Αλλά ούτε και η ιστορία πρέπει να ξεχαστεί.
Η Μαρίνα βασανίζει το μπαμπάς της. «Πες μου!», απαιτεί, «πες μου τί έγινε, πες μου τί σου έκαναν, πες για τα βασανιστηρία, για τους βασανιστές, πες, πες, πες, όχι έτσι, πες λεπτομέρειες, πες τα όλα, πες πες». Η Μαρίνα αναζητά με μανία την ιστορία του μπαμπά της. Θέλει να ξέρει. Γιατί; Ως πρώτη ύλη για ένα έργο τέχνης; Για να γνωρίσει τον μπαμπά της; Τη νοιάζει η Ιστορία; Τη νοιάζει η ιστορία; Τη νοιάζει να μάθει ποια η ίδια είναι;
- Βασανιστής θύμα ηλεκτροσόκ φάλαγγα άυπνοι όρθιοι σεξουαλικά βασανιστήρια «τσάι με φρυγανιές» τί ήταν τί ήταν πώς ήταν πες πες πες.
- Δε θυμάμαι... έλεος έλεος!
Αλλά και ο μπαμπάς, αυτό το θύμα της ΕΣΑ, ο μπαμπάς βασανίζει τη Μαρίνα. Με απαιτήσεις, με απορρίψεις, με προσδοκίες, με τη σιωπή του, με την μη αποδοχή και παραδοχή της ιστορίας του. Και ο πόνος. Άλλος ο πόνος του μπαμπά και άλλος της Μαρίνας. Η Μαρίνα επιλέγει τον πόνο για να είναι. Ο μπαμπάς έζησε τον πόνο ως τιμωρία για την πολιτική του, τη σκέψη του. Μήπως η Μαρίνα επιλέγει τον πόνο, επειδή δεν υπάρχει κάποιος άλλος, τρίτος, να τον πονέσει αληθινά; Μήπως νιώθουμε ζωντανό μονάχα εκείνο το μέρος του κορμιού μας που πονάει; Ξεχνώ πως έχω νεφρά, μέχρι να αρχίσουν να αρρωσταίνουν και να με πονούν.
Η Μαρίνα είναι καλλιτέχνης. «Τέχνη ίσον ενέργεια», σημειώνει. Αλλά η Μαρίνα δεν ενεργεί αληθινά. Αντιγράφει την Αμπράμοβιτς, χρησιμοποιεί αυτιστικά το κορμί της, αυτοαναλώνεται. Και ο μπαμπάς της το ίδιο. Και οι δυο μαζί, κλεισμένοι σε έναν θήλακα αλληλοσπαραγμού, τρώνε ο ένας τις σάρκες του άλλου, για να τις γλείψουν ιαματικά την αμέσως επόμενη στιγμή. Κι απ΄την αρχή ξανά.
Ο Μαγκλίνης διαβάζει την ιστορία ενός θύματος της χούντας, αλλά μέσα από τα μάτια μιας σύχρονης, «κανονικής» κοπέλας, μιας κοπέλας οργισμένης (χωρίς να ξέρει γιατί), μόνης (χωρίς να ξέρει γιατί), επιζήσασας (χωρίς να ξέρει από τί). Μας δίνει μία φρέσκια, σπαρταρούσα, καθαρή ανάγνωση, διόλου φορτισμένη από πολιτικά-καθώς-πρέπει προσδοκίες, διόλου νοσταλγική, διόλου, αφοριστική. Όπως λέει σε μία συνέντευξή του, δεν θέλει «Η ανάκριση» να είναι κείμενο που να χρησιμοποιήσει η Διεθνής Αμνηστεία, αλλά ούτε μία νουβέλα με ιδέες για πιθανά περφόρμανς. Επιχειρεί να μιλήσει την αλήθεια, χωρίς να χαριστεί σε κανένας, ούτε σε βασανιστές, ούτε σε θύματα. Εξάλλου οι ήρωές του είναι συνεχώς και τα δύο: θύματα και βασανιστές. «Η Ανάκριση« στέκει καθρέφτης στο θυμό του σήμερα.
Το παρόν δημοσιεύτηκε στο 5ο τεύχος του περιοδικού γραμμάτων και τεχνών "Βακιχικόν"

Δεν υπάρχουν σχόλια: