Τετάρτη 29 Απριλίου 2009

ποίημα

ΟΧΙ! Δεν είναι το ποίημα το παιδί που δεν γέννησα
ΟΧΙ! Δεν είναι το ποίημα ο εραστής που μου έλειψε
ΟΧΙ! Δεν είναι το ποίημα το κρασάκι που δεν ήπια


Γράφω το ποίημα να μην ξεχνώ
το σώμα
να το βλέπω να μεγαλώνει
να γερνάει
να χοντραίνει
να αδυνατίζει
να γεμίζει ρυτίδες ραγάδες σιωπές αγγίγματα υγρά
γράφω το ποίημα να μην ξεχνώ
πως είμαι
πώς είμαι
πια πια πια
ποια ποια ποια
γράφω το ποίημα και το κρατώ
γράφω το ποίημα και είμαι
γράφω το ποίημα και είναι το ΝΑΙ γίνεται το ΝΑΙ είναι το ΝΑΙ είμαι
ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ
επιτέλους
είμαστε
ένα.

Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

ποίημα (αφιερωμένο τους διαβαστερούς :-))))

... και παίρνω το χαρτί
μολύβι υπολογιστή βιβλίο ποτό έρωτα αεράκι λεμονανθό
γεμίζω τα μπαούλα μου άδεια να είναι
σκέψεις λέξεις όνειρα ευχές ευχές ευχές αισθήματα χρώματα ζαλισμένα
πιάνω τις συλλαβές
τις συλλαβίζω
αργά
α
ρ
γ
ά
βλέπω την αλήθεια
την ΑΛΗΘΕΙΑ τη βλέπω αληθινά!!!
ναι ναι ναι
αυτή είναι
ναι
η αλήθεια της ηδονής
(το σώμα ξέρει)
η αλήθεια της αλήθειας των τυπωμένων φθόγγων
να τους διαβάζεις φωναχτά
να τους λες στον ήλιο αντίκρυ
κι ας είναι φθόγγοι άλλων
γραμμένοι από άλλους
από τους άλλους
τους άλλους εκείνους
εκείνους
τους τόσο οικείους
τους πιο πιο οικείους
κι από εκείνους που σε γέμισαν ή εκείνους που σε γέννησαν πιο
ναι
είναι κι αυτή μια ηδονή:
εκείνη της ΑΝΑΓΝΩ(ΡΙ)ΣΗΣ.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2009

ποίημα

Μερικές μέρες κουράζεσαι πιο πολύ.

Κοιτάς τον ουρανό με σκούρα δάχτυλα και λες
«να 'μουν αλλού»
αναρωτιέσαι πού
αλλά καθόλου δεν σε νοιάζει. Αλλού.

Πιάνεις την τσάντα σου βαριά πιάνεις τα πόδια ασήκωτα.
Ένας καφές θα ταίριαζε.
Και μια αγάπη ίσως. Aλλά όχι...
όχι αγάπη...
μονάχα ο καφές.

Ρουφάς
ρουφάς ρουφάς
θανάσιμα τον μασημένο εαυτό
να σε σπρώξει να κάνεις
(γιατί πρέπει και γιατί θες να πρέπει ναι)
να κάνεις το πιο επόμενο βήμα.

Πλένεις τα δόντια άγρια να στάξουνε
αίμα γλυκό.

Κοιμάσαι.

Τρομαγμένη.

Παρασκευή 10 Απριλίου 2009

"On Beauty" Zadie Smith


Zadie Smith


γεννημένη τον Οκτώβριο του 1975,


3 μυθιστορήματα στο μέχρι τώρα ενεργητικό της
και άρθρα και η επιμέλεια μίας συλλογής διηγημάτων (The book of other people)

πάμπολλα λογοτεχνικά βραβεία

το 2003 μπήκε στη λίστα των 20 καλύτερων νέων συγγραφέων του περιοδικού Granta

H λογοτεχνία, η τέχνη των λέξεων είναι η μητρική γλώσσα της Zadie Smith. Είναι αυτό για το οποίο γεννήθηκε. Είναι αυτό που είναι.
To τελευταίο της μυθιστόρημα ονομάζεται "On Beauty". Πρόκειται για την ιστορία της σύγκρουσης δύο οικογενειών: οι Kipps και οι Belsey. Οι συντηρητικοί, αυστηροί χριστιανοί, ευγενικοί, ήσυχοι, καθαροί από τη μια και οι αναρχικοί, επαναστατικοί, πολυεθνικοί (λευκός μπαμπάς-μαύρη μαμά), θορυβώδης, βρώμικοι από την άλλη.
Δύο κόσμοι αντίθετοι που αναγκάζονται να συνυπάρξουν στο ακαδημαϊκό τοπίο του φανταστικού Wellington στην σύγχρονη Αμερική, λόγω του ότι στο πανεπιστήμιο αυτό διδάσκουν οι δύο πατέραδες/διανοούμενοι/αντίπαλοι. Η αντιπαλότητα και μόνο αρκεί για να τους φέρει κοντά. Πέραν αυτού όμως οι σχέσεις (ερωτικές, φιλικές, συμ-φοιτητικές) που αναπτύσσονται μεταξύ των παιδιών, συζύγων, φίλων, πλάθουν έναν πλήρη κοινωνικό ιστό.
Ταυτοχρόνως οι ιστορίες των ανθρώπων αυτών εξελίσσονται σε μία πόλη της σύγχρονης Αμερικής, όπου πρέπει να βρεθεί ένας κάποιος τρόπος για να συνυπάρξουν άνθρωποι που τους διαφοροποιούν το χρώμα, το χρήμα, η σεξουαλικότητα, η ηλικία, η μόρφωση, οι ευκαιρίες, η πολιτική, το φύλο, το πάχος/ή μη κλπ.
Τα ζητήματα της Smith είναι πολλά. Αλλά κυρίως το πώς να μπορεί κανείς να υπάρξει, να είναι ο εαυτός του και ταυτοχρόνως μέλος μίας ομάδας, το να έχει ταυτότητα σταθερή και εξελλισσόμενη την ίδια στιγμή. Το θέμα είναι η αγάπη και πώς αυτή ενώνει και χωρίζει, η πολυπλοκότητά της και η ανάγκη όλων γι' αυτή.
Η Smith είναι πολύ παρατηρητική. Απόδειξη οι δευτερεύοντες χαρακτήρες της που μπορεί να εμφανίζονται μόνο για μία σκηνή και να παίχουν έναν ελάχιστο ρόλο, αλλά που τους θυμάσαι και που θα μπορούσες να τους αναγνωρίσεις αν τους έβλεπες στο δρόμο. Οι μικρές λεπτομέρειες που μας κάνουν τόσο ξεχωριστούς.
H Smith ξέρει να γράφει. Ξέρει να γράφει μεγάλα, πολυπρόσωπα, πολυδιάστατα, πολυθεματικά μυθιστορήματα. Ξέρει να λέει ιστορίες. Μα πάνω απ΄όλα ξέρει να αγαπάει τους ηρωές της, μικρούς και μεγάλους, πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές. Αγαπάει τους ήρωές της, με τον τρόπο που μια μάνα μπορεί να τιμωρεί και να μαλώνει το παιδί της, λατρεύοντάς το.
Η προσπάθειά της δεν είναι να βρει έναν καινούριο τρόπο να πει μια ιστορία. Αν και σπουδαγμένη και πολυδιαβασμένη, δε φανερώνει κάποια εγκεφαλική προσέγγιση της λογοτεχνίας. Η τέχνη της είναι στην ουσία ο πολυποίκιλος ρυθμός της ζωής, το πώς άνθρωποι και καταστάσεις μπλέκονται, το πώς πλησιάζουν ο ένας τον άλλο για να απομακρυνθούν ξανά κι απ΄την αρχή και πάλι.
Οι ηρωές της δεν είναι καθόλου ηρωικοί. Γεμάτοι ελαττώματα και προτερήματα, λένε και ξε-λένε, κάνουν και ξε-κάνουν, υποστηρίζουν το μεν ή και κάνουν το εντελώς αντίθετό του. Είναι χαοτικά, παράλογα ανθρώπινα όντα. Είναι εντελώς αληθινοί και μέσα από τη θερμή και ταυτοχρόνως ρεαλιστική αλήθεια τους γίνονται άνθρωποι δικοί σου, άνθρωποι της δική σου γειτονιάς και καθημερινότητας.
Το "On beauty" είναι ένα βιβλίο 400 και άνω σελίδων που όμως δεν ήθελα να τελειώσει. Πρόκειται για τα ένα από εκείνα τα βιβλία που μπαίνουν στην καρδιά σου. Όχι στο μυαλό σου. Στην καρδιά σου. Και είναι αυτό πιο επικίνδυνο, αλλά και πιο μαγευτικό.

Τρίτη 7 Απριλίου 2009

δια κύριον Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι

Αγαπητέ Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι,

Είστε γνωστός σε όλους, πιθανότατα ακόμα και σ΄εκείνους που δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα βιβλίο σας, που γενικά δεν διαβάζουν λογοτεχνία.

Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέσκι, δεν θα χρειαζόταν να μιλήσω για την περίπτωσή σας, ούτε για τη δουλειά σας. Κλασσικός τόσο της ρωσσικής, όσο και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, μελετημένος βαθιά και πλατιά, αγαπημένες, λατρεμένος, προφήτης, δάσκαλος, μαγικός. Δεν θα χρειαζόταν να μιλήσω για εσας, αν δεν είχα τόσο μα τόσο μεγάλο πρόβλημα με την ανάγνωση του έργου σας. Απλούστατα (;), δεν μπορώ να σας διαβάσω. Όχι μόνο δεν μπορώ να σας απολαύσω (να χαθώ στον κόσμο σας, δηλαδή), αλλά δεν μπορώ να σας διαβάσω.

Φυσικά και έχω προσπαθήσει. Φυσικά και μου λένε φίλοι ότι δεν γίνεται παρά να με συγκινεί το έργο σας, οι χαρακτήρες σας, η θεματολογία σας.

«Μήπως δεν έχεις επιλέξει καλή μετάφραση;», μου λέει η Μαρία, οπότε έψαξα να διαβάσω κι άλλη μετάφραση, μήπως κι εσύ σκοντάφτει η σχέση μου με τον Δάσκαλο. Διάβασα και στ' αγγλικά. Μάταιος κόπος.

«Ο Ντοστογιέφκι διαβάζεται παρέα με μολύβι. Σαν να κάνεις σοβαρή εργασία για το σχολείο. Αλλιώς τρελαίνεσαι και μόνο από τα ονόματα των διαφόρων ηρώων του. Who is who και γιατί όλοι αυτοί οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, κλπ. » , μου λέει ο Γιάννης. Αλλά αν είναι να διαβάσεις ένα μυθιστόρημα σαν σχολική εργασία, τότε για ποιον λόγο να το διαβάσεις; Αρκεί το ότι είναι «κλασσικός», «μεγάλος», «σπουδαίος»;

Καταλαβαίνω -υποψιάζομαι- το καλλιτεχνικό μέγεθος του έργου σας, αλλά δεν μπορώ να το προσεγγίσω. Δεν πρόκειται για δύσκολα κείμενα, αλλά για κείμενα τόσο γεμάτα που μπουχτίζω. Μπορεί να χαίρομαι να φάω ένα νόστιμο κομμάτι σπανακόπιττα, άντε δύο κομμάτια, αλλά όχι ένα ολόκληρο ταψί.

Φταίει η ανάγκη της εποχής μου για ευκολία και ταχύτητα; Όχι, δεν φταίει αυτό, γιατί έχω διαβάσει και λατρέψει τον Τζόις, και μάλιστα το "Finnegan's wake". Πόσο πιο δύσκολος από τον Τζόις μπορεί να είσαστε εσείς;

Μήπως δεν με αφορούν οι ιστορίες σας; Όχι, γιατί πώς να μην με αφορούν η πίστη, η ενοχή, η αγάπη, ο πόνος, ο φόβος, η αναζήτηση, το ψέμα, η αλήθεια, η ζωή;
Κάτι όμως συμβαίνει. Τί λοιπόν;
Η απάντηση είναι ότι δεν ξέρω.
Βοηθήστε με, παρακαλώ.

Θα αναφερθώ σε ένα συγκεκριμένο έργο σας: «Οι δαιμονισμένοι» (εκδόσεις Γκοβόστης, μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου). Πέρασα σχεδόν έναν μήνα προσπαθώντας να διασχίσω το τοπίο των Δαιμονισμένων σας. Δεν ήταν μάταιη η προσπάθειά μου, αλλά δεν ήταν ικανοποιητική. Εννοώ ότι κατάφερα να διαβάσω το βιβλίο, αλλά όχι να το απολαύσω.

Παραδέχεστε σε ένα γράμμα σας πως το γράψατε βιαστικά, υπό τις επείγουσες συνθήκες των γεγονότων που κατέκλυζαν τη Ρωσσία. Σκοπός σας ήταν να αφυπνίσετε τον ρωσσικό λαό αναφορικά με τους κινδύνους που είχαν αρχίσει να εισχωρούν στη χώρα σας. Σκοπός σας δεν ήταν να δημιουργήσετε ένα έργο τέχνης.

Άρα εγώ, εγώ ο σημερινός, μη ρώσσος αναγνώστης, πώς πρέπει να διαβάσω αυτό το μυθιστόρημα; Αν είναι μυθιστόρημα -άρα έργο τέχνης- θα πρέπει μάλλον να το διαβάσω με άλλες προσδοκίες από το αν είναι μανιφέστο-κήρυγμα. Είναι ιστορία; Είναι δοκίμιο; Είναι προσωπικές απόψεις (δόγμα) σας; Και, άραγε, έχουν αληθινά σημασία όλα αυτά; Είναι δυνατόν να είναι υπεύθυνη η ανάγκη για ταμπελοποίηση, που έχει φυτευτεί στο μυαλό μου, να είναι φταίει αυτή η τύπισσα που εγώ αδυνατώ να ορθώσω το βλέμμα μου για να συνομιλήσω μαζί σας;

Από τους «Δαιμονισμένους» αγάπησα ορισμένα διαλογικά κομμάτια, εκεί όπου χτίζετε τα ερωτήματά σας, χωρίς στην πραγματικότητα να φτάνετε σε απόλυτες αλήθειες, σε βεβαιότητες. Εκεί σας βλέπω αληθινά, σας καταλαβαίνω, νιώθω την ψυχή σας, την αγωνία σας.

Ωστόσο, πριν και μετά από αυτά τα ερώτηματα φύονται τόσες και τόσες και τόσες περιγραφές, ιστορίες μάλλον άσχετες, οι οποίες, όχι, δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν μία αίσθηση «όλου», αλλά κυρίως αποσπούν από εκείνα που έννοιαζαν τον δημιουργό. Το λέω αυτό, γιατί γνωρίζω πώς σκοπός σας ήταν πάντα να δημιουργείτε ένα ολοκληρωμένος σύμπαν (όχι στα πιο μικρής έκτασης κείμενά σας, βεβαίως).

Στη σημερινή εκδοτική και αναγνωστική πραγματικότητα θα μιλούσαμε πιθανότατα περί φλυαριών. Αν το κείμενο σας δεν ήταν 1000, αλλά 150 σελίδες -πυκνό, πυκνό, πυκνότατο- τότε ναι θα κατάφερνε στ΄αλήθεια να είναι μια γροθιά στο στομάχι του αναγνώστη, τότε ναι θα συνεχίζατε να πετυχαίνετε τον σκοπό σας.

Θα μπορούσατε να είχατε σπάσει το τότε κατεστημένο του τί είναι μυθιστόρημα και πώς αυτό γράφεται; Θα μπορούσατε να εκδώσετε εκτός εφημερίδας; Σας ένοιαζε; Μήπως νοιαζόμαστε πια πιο πολύ για τη φόρμα, παρά για το περιεχόμενο;


Όπως και να 'χει, ο τρόπος που λειτουργεί ο ανθρώπινος νους έχει πια αλλάξει. Ανήκω στη γενιά εκείνων που μεγάλωσαν με την τηλεόραση και το τηλεκοντρόλ στο χέρι. Άραγε σημαίνει αυτό ότι δεν έχω την υπομονή, ησυχία, ικανότητα συγκέντρωσης που απαιτούν κείμενα όπως τα δικά σας; (Ο τεράστιος σε μέγεθος -βλέπε «τούβλο»- «’Ατλας του Ουρανού» του Ντέιβιντ Μίτσελ με ρούφηξε μέσα του. Άρα δεν είναι θέμα μεγέθους.)

Η ανάγνωση, νομίζω, είναι συνάντηση του συγγραφέα με τον αναγνώστη. Συναντιούνται στο έργο που ο πρώτος δημιούργησε και που ο δεύτερος απόλαυσε. Αλλιώς συνάντηση δεν επιτυγχάνεται, όσο κι αν τα δύο μέλη το επιθυμούν. Και όχι δεν διαβάζουμε συγγραφείς επειδή είναι κλασσικοί. Τους διαβάζουμε επειδή επικοινωνούμε, μας δίνουν κάτι, κι εμείς με χαρά το παίρνουμε. Στα βιβλία που αγαπάμε ξαναδιαβάζουμε τη ζωή μας (ναι, τόσο εγωκεντρικά όντα είμαστε). Αλλιώς, ποιο θα ήταν το νόημα της οποιασδήποτε ανάγνωσης;

Φιοντόρ, υποκλείνομαι, ωστόσο. Είστε από εκείνους που δεν αντέχω να επισκέπτομαι συχνά. Με κουράζετε. Μετά από κάθε επίσκεψη μένω σαστισμένη. Ψάχνω μέσα στα λόγια σας να βρω εκείνα που με αφορούν.

Κάποτε ίσως βαδίσουμε μαζί. Θα σας αναζητήσω και πάλι. Το υπόσχομαι.

Μαίρη.

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

«Το κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου

«Οπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.»

Πώς να γράψει την ιστορία του ανθρώπου ο ποιητής των παραπάνω λέξεων; Πώς ο μεταφραστής των ρώσων κλασσικών; Πώς ο κομμουνιστής που διαγράφηκε από την αριστερά, για να περάσει όμως σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του εξόριστος ως κομμουνιστής; Πώς να ακονιστούν οι λέξεις; Αργεί. Αργεί. Τ΄ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο. Μαχαίρι. Αργεί. Μα αν είναι σκοπός δικός σου το μαχαίρι δουλεύεις, δουλεύεις, αγωνιάς και κάποτε -αν είσαι τυχερός- βρίσκεις το λεξικό σου.

Ο ποιητής είναι ο Άρης Αλεξάνδρου. Γιος του Βασίλη Βασιλειάδη και της Πολίνας Άντοβνα Βίλγκεμσον, γεννημένος το 1922 στο Λένινγκραντ, έρχεται με τους γονείς του το 1928 και εγκαθίσταται αρχικά στη Θεσσαλονίκη, και λίγο αργότερα στην Αθήνα. Αποτυγχάνει σε όλα τα πρώιμα νεανικά του σχέδια, όπως θα συνεχίσει να αποτυγχάνει κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του. Σε ένα μόνο πετυχαίνει απόλυτα. Σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει ηθική, δηλαδή στην προσωπική ευθύνη του καθενός μας απέναντι στις επιλογές, μικές και μεγάλες, που καλούμαστε να κάνουμε στο πιο ελάχιστο βήμα της ζωής μας.

«Το Κιβώτιο». Καλοκαίρι του 1949. Τέλη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. Μια ομάδα επίλεκτων, εθελοντών κομμουνιστών, αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας μια επιχείρηση η οποία δύναται να κρίνει την έκβαση του πολέμου. Ένα κιβώτιο, αγνώστου περιεχομένου, πρέπει να μεταφερθεί μυστικά και ταχύτατα από την πόλη Ν στην πόλη Κ. Καθημερινά στέλνονται οδηγίες από το αρχηγείο, σχετικά με την πορεία που οι εθελοντές καλούνται να ακολουθήσουν. Όποιος τραυματίζεται, κυανίζεται. Όποιος σκοτώνεται, καλώς έχει. Όποιος προδίδει, εκτελείται. Δυο μήνες θα διαρκέσει η πορεία: μέσα Ιουλίου - μέσα Σεπτεμβρίου του 1949. Ο μοναδικός επιζών - και αφηγητής - ολοκληρώνει την πορεία και παραδίδει το κιβώτιο στους αρμοδίους. Όταν το ανοίγουν διαπιστώνουν ότι το κιβώτιο είναι άδειο. Ο αφηγητής συλλαμβάνεται, κλείνεται στη φυλακή, από την οποία αρχίζει να στέλνει καθημερινά γραπτές απολογίες. Οι απολογίες αυτές είναι το κείμενο που εμείς, οι αναγνώστες, διαβάζουμε.

Αυτό είναι το στόρυ του βιβλίου. Αλλά εδώ μιλάμε για ένα μυθιστόρημα γραμμένο από ποιητή. Για ένα μυθιστόρημα που το στόρυ του δεν μας λέει σχεδόν τίποτα για το τί πραγματικά συμβαίνει σ' αυτήν την ιστορία. Μελετητές έχουν ήδη χαρακτηρίσει «Το Κιβώτιο» ως αντιμυθιστόρημα. Και πράγματι είναι, με την έννοια ότι δεν χωράει σε συγκεκριμένα, προκαθορισμένα καλούπια. «Το Κιβώτιο» στέκει αυτόνομο, αυτόφωτο και συμπαγές μέσα στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας.
Λένε ότι «Το Κιβώτιο» μοιάζει καφκικό. Ένας ήρωας, όργανο μίας σιωπηλής εξουσίας, εκτελεί εντολές απλές και σαφείς, μα μάλλον α-νόητες. Ο ήρωας χάνεται μέσα στο λαβυρινθώδες ταξίδι στο οποίο τον οδηγεί η εν λόγω εξουσία. Χάνει την ταυτότητά του, το σκοπό του, σύντομα χάνει και τα μυαλά του. Ο ήρως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας σύγχρονος νεαρός, έγκλειστος κάποιο ψυχιατρείου, από τον ανώνυμο θάλαμου του οποίου απολογείται για εγκλήματα τα οποία ίσως ποτέ δεν διέπραξε. Θα μπορούσε βέβαια να είμαι εγώ ο ήρωας αυτός. Ή και εσύ. Ή και ο καθένας μας.

Το ιστορικό πλαίσιο όπου τοποθετείται η ιστορία είναι μάλλον σχηματικό. Εννοώ ότι δεν είναι απαραίτητο να συνέβει η ιστορία τότε. Θα μπορούσε να συμβεί οποιαδήποτε στιγμή και σε οποιονδήποτε τόπο. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που τα "πραγματικά" γεγονότα λίγο μας αφορούν, αν και ο Αλεξάνδρου είναι ιδιαιτέρως ακριβής αναφορικά με ημερομηνίες, τοπωνύμια, χάρτες, ιστορικά πρόσωπα και αναφορές.

Σημαντικό στο χτίσιμο της ήσυχης παράνοιας του «Κιβωτίου» είναι το τοπίο, ή μάλλον η έλλειψη αυτού. Ενώ η διαδρομή του κιβωτίου συμβαίνει σε εξωτερικούς χώρους, αυτοί απουσιάζουν παντελώς από το βιβλίο. Ελάχιστες περιγραφές στοιχείων του φυσικού τοπίου δίνονται. Το πολύ μια ντοματιά, ένα σκορπιός, ένα δέντρο. Ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο για να προχωρήσει η δράση. Όλα τα άλλα πετιούνται από τον αφηγητή χωρίς δεύτερη σκέψη. Όλα τα άλλα δεν τον απασχολούν.

Νομίζω ότι το κλειδί για να προσεγγίσει κανείς το «Κιβώτιο», για να το δει πέραν της δαιδαλώδους αφήγησης, είναι εκείνο που ο ίδιος ο ήρωας μας δίνει, αναπτύσσοντας τη θεωρία του σχετικά με το Οιδίποδα και τη βιογραφία αυτού. Ο Οιδίποδας γνώριζε τη μοίρα του, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να ξεφύγει αυτής, γνώριζε ότι θα σκότωνε τον πατέρα του. Μία θα ήταν λοιπόν η ηθικά ορθή στάση: η αυτοκτονία. Η δικαιολογία ότι τάχα έφυγε από τον τόπο του, ότι άλλαξε τη ζωή του προκειμένου να αποφύγει το πεπρωμένο, δεν είναι αποδεκτή από την αφηγητή του «Κιβωτίου». Επιμένει, πως η μόνο λύση θα ήταν η αυτοκτονία. Κανείς δεν είναι ανεύθυνος των πράξεών του. Ο καθένας μας φέρει μία προσωπική ευθύνη απέναντι σε όλα μα όλα όσα του συμβαίνουν. Για τίποτα δεν φταίνε οι άλλοι, το σύστημα, οι εντολές, η ιδεολογία, η μοίρα ή ο,τιδήποτε άλλο μπορούμε να σκαρφιστούμε. Είμαστε πιο ελεύθεροι από όσο νομίζουμε, αφού πάντοτε μπορούμε να επιλέξουμε να φύγουμε από ότι θεωρούμε λανθασμένο. Ο ίδιος ο ήρωας καταλήγει σε αυτό το συμπέρασμα, για να δει ξεκάθαρα ότι το οικοδόμημα στο οποίο στήριξε όλη του τη ζωή και χάρις στο οποίο μπόρεσε να επιβιώσει συναισθηματικά, αυτό το οικοδήμα είναι όχι μόνο σαθρό, αλλά μη υπαρκτό. Ίσως γι' αυτό να ολοκληρώνει τις καταθέσεις του με ένα ερωτηματικό. Σαστισμένος μπροστά στο καθαρό κενό, με όλες του τις βεβαιότητες ακυρωμένες, δεν έχει πια καμία απάντηση.

Ο Αλεξάνδρου πρέπει να ήξερε ότι είχε δημιουργήσει ένα σημαντικό έργο. «Το Κιβώτιο» στέκει καθαρό και δυνατό, αυτόφωτο. Σαν μία στιγμή επιφοίτησης, σαν το ελάχιστο εκείνο δευτερόλεπτο που κανείς τολμά να δει πραγματικά. Δεν αντέχει ο άνθρωπος το παραπάνω. Είναι βάρυ το φορτίο. Ο Αλεξάνδρου προσπάθησε να γράψει πεζό και μετά το «Κιβώτιο». Φοβήθηκε ότι οτιδήποτε επόμενο θα ήταν κατώτερο, που σημαίνει ότι δεν θα είχε λόγο να υπάρξει. Ούτως ή άλλως, τον βρήκε ο θάνατος. Μα η πιο λαμπρή φωνή της ζωής του θα είναι πάντα παρούσα δίπλα μας, έτοιμη να μας δείξει έναν τρόπο να πορευτούμε στην ολόδική μας ζωή. Είναι μεγάλη η χάρη που του χρωστάμε. Εμείς και όλοι οι μελλοντικοί αναγνώστες, και άνθρωποι.
Το παρόν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό γραμμάτων και τεχνών «Βακχικόν» (www.vakxikon.gr)

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

"Η ανάκριση" του Ηλία Μαγκλίνη

«Ίχνη μιας λύσσας να αναγεννηθεί και την ίδια στιγμή να καταξεσκίσει.» Η Μαρίνα και ο μπαμπάς της. Ο πόνος. Το αίμα και το σώμα. Το λυσσασμένο ζώο. Η φρίκη. Ο βασανιστής και το θύμα του. Η τέχνη και η πολιτική.

Μέσα σ΄αυτό το πλαίσιο χτίζει ο Ηλίας Μαγκλίνης την ασφυκτικά ερεθιστική ιστορία του. Μία σύντομη νουβέλα που καταφέρνει να μας δείξει πώς κάποιοι πάντα μας «αφαιρούν τις φωνητικές χορδές για να μη σκούζουμε». Η φρίκη. "The horror. The horror.", έλεγε χρόνια πριν ο Marlon Brando στο «Αποκάλυψη τώρα». Λέξεις που ακόμα πιο παλιά είχε γράψει ο Joseph Conrad στην «Καρδιά του σκότους».
Ναι, το σκότος συνεχίζει να υπάρχει στην εποχή μας. Και όχι μόνο σε τόπους αντικειμενικής φρίκης (βλέπε Αφρική, Ασία), αλλά και σε άλλους που φαντάζουν πιο τακτοποιημένοι και ευημερούντες (βλέπε Ελλάδα - Δύση). Η Μαρίνα ζει στην Αθήνα, είναι μορφωμένη, από μία «κανονική» οικογένεια. Ο μπαμπάς της ζει στην Αθήνα, είναι μορφωμένος, από μία «κανονική» οικογένεια. Η Μαρίνα και ο μπαμπάς της ζουν μέσα στο σκότος της φρίκης.

Η Μαρίνα με το κοριτσίστικο κορμί, το εθελούσια χαραγμένο από τα ίδια της τα χέρια. Χαραγμένο με ξυράφια, αλλά και τσακισμένο από τη νευρική ανορεξία. Εμετοί, αίμα, πόνος. «Γιατί σ΄αρέσει ν΄ασχολείσαι με τόσο δυσάρεστα πράγμτα;», τη ρωτάει ο πατέρας της, μα εκείνη ξέρει ότι ο πόνος ο σωματικός και ψυχικός είναι η λύτρωσή της. Όχι ο θάνατος. Όχι αυτός.
Η Μαρίνα πρέπει να μείνει ζωντανή και να πονάει. Δεν σκέφτεται ποτέ την αυτοκτονία. Αντίθετα, στην πραγματικότητα λατρεύει την ύπαρξή της, αφού της είναι απαραίτητη για την τέχνη της. «Δε θέλω να φαίνεται ο θάνατος, μπαμπά. Ο πόνος, ναι, ο πόνος είναι άλλη κουβέντα. Θέλω να φαίνεται, ν' ακούγεται, να τον μυρίζεις. Να τον γεύεσαι. Ο πόνος είναι κόκκινος, ο θάνατος λευκός.» Και χτίζει τις περφόρμανς της γύρω από αυτήν την ιδέα.
Αλλά από τί θέλει να λυτρωθεί η Μαρίνα; Ποιος είναι ο δαίμονάς της; Έχει γονείς που την αγαπούν, έναν εραστή ερωτευμένο μαζί της, είναι δημιουργική, είναι ζωντανή, είναι παρούσα. Γιατί λοιπόν να επιλέγει τόσο συνειδητά και τόσο βασανιστικά πάλι και πάλι και πάλι και ξανά τον πόνο;
Ο μπαμπάς της Μαρίνας είναι ήσυχος. Χωρισμένος, χήρος. Ακούει κλασσική μουσική και κάνει μεταφράσεις. Ο πατέρας του ήταν αντάρτης. ο ίδιος συμμετείχε στο αντάρτικο πόλεων. Συνελήφθει. Φυλακή. Βασανιστήρια. Τώρα ψάχνει την ησυχία. Κάπου να κουρνιάσει. Και είναι κουρασμένος. Κουρασμένος. «Τα συντρόφια. Τί ήξεραν πια και τα καημένα τα συντρόφια; Όσα θυμούνταν μόνο, όπως κι εκείνος.»
Η Μαρίνα αγαπάει την Αμπράμοβιτς. Η Μαρίνα συλλέγει αποκόμματα, φωτογραφίες, λέξεις, πίνακες, εικόνες: γεννετικές ανωμαλίες, Ναζί, ο Σαχτούρης, ο Κατσαρός, ο Μαρκ Ντιτρού και τα 2 κοριτσάκια, η πλατεία Τιεν Αμέν, το Αμπού Γκράιμπ, το Γκουαντάναμο, bondage show, νοσοκομείο, μαχαίρια, φίδια, σκυλιά, αίμα, πάγος, ποντίκια.
Η Μαρίνα μεγαλώνει σε μία χώρα και σε μία εποχή ειρήνης, δημοκρατίας, ευημερίας, ελευθερίας. Αλλά τίποτε δεν είναι αληθινά έτσι. Γιατί η Μαρίνα ζει μέσα στο Αμπού Γκράιμπ. Γιατί η Μαρίνα βλέπει τις εικόνες των βασανιστηρίων. Γιατί ξέρει τους φυλακισμένους με τις πορτοκαλί στολές, και τα σκυλιά να τους γαβγίζουν απειλητικά και τους Αμερικάνους να φωτογραφίζονται περήφανοι. Η Μαρίνα ζει στο σήμερα του ίντενετ, της τηλεόρασης, της εικόνας, την πληροφόρησης, των ανατριχιαστικών λεπτομερειών.
Ο μπαμπάς της Μαρίνας μεγάλωσε σε άλλη χώρα. Χωρίς ειρήνη, δημοκρατία, ευημερία, ελευθερία. Ο μπαμπάς της Μαρίνας έζησε κάπου που τώρα πια είναι Ιστορία. Κι η Ιστορία δεν πρέπει να ξεχαστεί. Η χούντα. Η ΕΣΑ. Τα βασανιστήρια. Αλλά ούτε και η ιστορία πρέπει να ξεχαστεί.
Η Μαρίνα βασανίζει το μπαμπάς της. «Πες μου!», απαιτεί, «πες μου τί έγινε, πες μου τί σου έκαναν, πες για τα βασανιστηρία, για τους βασανιστές, πες, πες, πες, όχι έτσι, πες λεπτομέρειες, πες τα όλα, πες πες». Η Μαρίνα αναζητά με μανία την ιστορία του μπαμπά της. Θέλει να ξέρει. Γιατί; Ως πρώτη ύλη για ένα έργο τέχνης; Για να γνωρίσει τον μπαμπά της; Τη νοιάζει η Ιστορία; Τη νοιάζει η ιστορία; Τη νοιάζει να μάθει ποια η ίδια είναι;
- Βασανιστής θύμα ηλεκτροσόκ φάλαγγα άυπνοι όρθιοι σεξουαλικά βασανιστήρια «τσάι με φρυγανιές» τί ήταν τί ήταν πώς ήταν πες πες πες.
- Δε θυμάμαι... έλεος έλεος!
Αλλά και ο μπαμπάς, αυτό το θύμα της ΕΣΑ, ο μπαμπάς βασανίζει τη Μαρίνα. Με απαιτήσεις, με απορρίψεις, με προσδοκίες, με τη σιωπή του, με την μη αποδοχή και παραδοχή της ιστορίας του. Και ο πόνος. Άλλος ο πόνος του μπαμπά και άλλος της Μαρίνας. Η Μαρίνα επιλέγει τον πόνο για να είναι. Ο μπαμπάς έζησε τον πόνο ως τιμωρία για την πολιτική του, τη σκέψη του. Μήπως η Μαρίνα επιλέγει τον πόνο, επειδή δεν υπάρχει κάποιος άλλος, τρίτος, να τον πονέσει αληθινά; Μήπως νιώθουμε ζωντανό μονάχα εκείνο το μέρος του κορμιού μας που πονάει; Ξεχνώ πως έχω νεφρά, μέχρι να αρχίσουν να αρρωσταίνουν και να με πονούν.
Η Μαρίνα είναι καλλιτέχνης. «Τέχνη ίσον ενέργεια», σημειώνει. Αλλά η Μαρίνα δεν ενεργεί αληθινά. Αντιγράφει την Αμπράμοβιτς, χρησιμοποιεί αυτιστικά το κορμί της, αυτοαναλώνεται. Και ο μπαμπάς της το ίδιο. Και οι δυο μαζί, κλεισμένοι σε έναν θήλακα αλληλοσπαραγμού, τρώνε ο ένας τις σάρκες του άλλου, για να τις γλείψουν ιαματικά την αμέσως επόμενη στιγμή. Κι απ΄την αρχή ξανά.
Ο Μαγκλίνης διαβάζει την ιστορία ενός θύματος της χούντας, αλλά μέσα από τα μάτια μιας σύχρονης, «κανονικής» κοπέλας, μιας κοπέλας οργισμένης (χωρίς να ξέρει γιατί), μόνης (χωρίς να ξέρει γιατί), επιζήσασας (χωρίς να ξέρει από τί). Μας δίνει μία φρέσκια, σπαρταρούσα, καθαρή ανάγνωση, διόλου φορτισμένη από πολιτικά-καθώς-πρέπει προσδοκίες, διόλου νοσταλγική, διόλου, αφοριστική. Όπως λέει σε μία συνέντευξή του, δεν θέλει «Η ανάκριση» να είναι κείμενο που να χρησιμοποιήσει η Διεθνής Αμνηστεία, αλλά ούτε μία νουβέλα με ιδέες για πιθανά περφόρμανς. Επιχειρεί να μιλήσει την αλήθεια, χωρίς να χαριστεί σε κανένας, ούτε σε βασανιστές, ούτε σε θύματα. Εξάλλου οι ήρωές του είναι συνεχώς και τα δύο: θύματα και βασανιστές. «Η Ανάκριση« στέκει καθρέφτης στο θυμό του σήμερα.
Το παρόν δημοσιεύτηκε στο 5ο τεύχος του περιοδικού γραμμάτων και τεχνών "Βακιχικόν"

Πέμπτη 2 Απριλίου 2009

poem

Your tail is long.

Much longer than I thought.
And longer than I feared.

And it is beautiful. So beautiful, my God,
I could spend the rest of my life
eating it and breathing it and staring at it
as if it were a miracle.

Who blessed you with such gift?
Who made you so special?

Can you now climb all trees?
And can you now know all truths?

Are you a beast?
Are you a star?

Your tail shines through your being.
It is who you are.
You've tried
again
and again
to cut it
dead
and to
be
like all the rest.

And you have hated it and you have loved it.

Your tail is who you will always be.

Your trap - this tail - in life.